καράβι κόκκινο

τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά

  • Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

  • Γιάννης Ρίτσος

    Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

  • κώστας βάρναλης

    Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι; ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 20.10.1973

  • ------------------------------- Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα. Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί; Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα! Και κέρδισε μονάχος το ψωμί -------------------------------- -------------------------------- ''Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρής. Όπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί''
  • κομαντάντε Μάρκος

  • «Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, ασιάτης στην Ευρώπη, αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, γύφτος στην Πολωνία, ειρηνιστής στη Βοσνία, Εβραίος στη Γερμανία, μια γυναίκα μόνη στο Μετρό τα ξημερώματα, με άλλα λόγια ο Κομαντάτε Μάρκος είμαστε εμείς, το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη»
  • μπερτολντ μπρεχτ

    Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος και είπα ευθύς: “μ’αρέσει ο νόμος τους” Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή. Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους. και σαν με ρώτησαν “σε διασκεδάζει;” είπα “πολύ”! Κι από την ώρα εκείνη, λέω “ναι” σε όλα, κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω. Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα, ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα, μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα: “καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!” Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!” Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές, μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!” Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

  • Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας

    Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να ' ναι : γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί Θα μοιραστεί την ήττα . Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει : γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί .
  • εγκώμιο στον κομμουνισμό – μπέρτολτ μπρέχτ

    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει.
  • οι δικαστές

    Να οι κύριοι δικαστές τους λέμε οι καταπιεστές πως δίκαιο είναι τον λαό τι συμφέρει μα αυτοί δεν ξέρουν ποιο είναι αυτό κι έτσι δικάζουν στο σωρό μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι
  • ———–

    Εχουνε νομικά βιβλία και διατάγματα Εχουνε φυλακές και οχυρώσεις Εχουνε δεσμοφύλακες και δικαστές Που παίρνουνε πολλά λεφτά κι έτοιμοι για όλα είναι. Μπ. Μπρεχτ
  • ———————

    "Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ο Χίτλερ φυλάκιζε ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου"
  • ========================

    Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς. Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Λες: Πολύ καιρό έλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Έλπιζες τi; Πως ο αγώνας θαν’ εύκολος; Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα. Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε. Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του. Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση. Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.
  • Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους

    Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; έχουνε κιόλας φάει. Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί γι' αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν. Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν.
  • che

    Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.

  • Αξίζει για ένα όνειρο να ζεις, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
  • pablo neruda

    όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

  • από το Canto general

    Μπορεί να κόψουν όλα τα λουλούδια, αλλά δεν θα γίνουν ποτέ αφέντες της Άνοιξης
  • κ. καβάφης

    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
  • κωστής παλαμάς

    Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά κλέφτες κι απελάτες και προδότες. Τους μισούν οι βασιλιάδες κι όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλληκάρια κι είναι μες στους κοιμισμένους οι στρατιώτες…” Κ . Παλαμάς στο Δωδεκάλογο του Γύφτου.
  • διαμοιρασμός του blog

    Bookmark and Share
  • διαχείριση

  • on line επισκέπτες

  • ημερολόγιο άρθρων

    Απρίλιος 2016
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μαρ.   Μάι. »
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930  
  • Εγγραφή

Archive for Απρίλιος 2016

Πόσο «ακραία» άθλιος είστε, κύριε Μητσοτάκη;

Posted by redship στο 29 Απριλίου , 2016

αναδημασίευση από τον  ημεροδρόμο

 

ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΔ

 

 

 

Ο Νίκος Μπογιόπουλος δίνει μια απάντηση στον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος από το συνέδριο της ΝΔ, είπε: «Στεκόμαστε απέναντι στον ισοπεδωτικό εξισωτισμό, γιατί τα πολιτικά άκρα, από τον φασισμό έως τον κομμουνισμό, θέλουν όλοι στο τέλος να είναι ίδιοι».

Την Τρίτη το βράδυ, ο Νίκος Μπογιόπουλος, από τον Real fm, είπε: «Κήρυκας και οπαδός του ισοπεδωτισμού είναι ο κύριος Μητσοτάκης, διότι αυτός είναι που ψηφίζει μνημόνια και αυτός είναι που ισοπεδώνει τον ελληνικό λαό». Υπενθύμισε πως την περίοδο της Κατοχής, «το πολιτικό σύστημα, απόγονος του οποίου είναι ο κύριος Κυριάκος Μητσοτάκης», είτε «τα είχε κάνει πλακάκια» με τους ναζί, «είτε είχε πάει στο Κάιρο για εκδρομή».

Στον τοίχο της Καισαριανής

Παρακάτω το ηχητικό απόσπασμα, όπου ο Νίκος Μπογιόπουλος, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει:

«Η σχέση των κομμουνιστών με τον φασισμό είναι καταγεγραμμένη στον τοίχο της Καισαριανής. Αυτή είναι η σχέση των κομμουνιστών με τον φασισμό (…). Την περίοδο που ο Χίτλερ, μαζί με τις αστικές δημοκρατίες της Γαλλίας και της Αγγλίας, κάνανε σύμφωνα στο Μόναχο – σύμφωνα φιλίας και όχι μη επίθεσης – οι κομμουνιστές (μιας και μιλάμε για τη Σοβιετική Ένωση σε εκείνο τον πόλεμο) επί 1418 μερόνυχτα έδιναν μάχη απέναντι στον φασισμό και στον ναζισμό. Έδιναν μάχη σ’ ένα μήκος πολέμου που εκτεινόταν από τα 3 μέχρι τα 6,5 χιλιάδες χιλιόμετρα και κάθε  μια ώρα έδιναν και 500 νεκρούς. Αυτά κάνανε οι κομμουνιστές και αυτή είναι η σχέση τους με τον φασισμό. Είναι σχέση δηλαδή που τους χωρίζει το περισσότερο αίμα που χύθηκε ποτέ στην ανθρωπότητα.

Επίσης, θέλω να πω, για τον κύριο Μητσοτάκη, ότι το σύστημα της Siemens , το οποίο έφτιαξε τους φούρνους, στο Άουσβιτς, δεν το υπηρετούν οι κομμουνιστές, το υπηρετεί ο ίδιος, διότι αυτό ακριβώς το σύστημα είναι το οποίο συνεχίζεται με ή χωρίς φασισμό, με κοινοβουλευτισμό ή χωρίς κοινοβουλευτισμό (…).

Από το 2014 μέχρι σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιδοτήσει με περίπου 2,3 εκατομμύρια ευρώ φασιστικές και ναζιστικές οργανώσεις σε όλη την Ευρώπη.  Τα στοιχεία είναι του ανεξάρτητου σουηδικού ιδρύματος EXPO (…). Για να καταλάβει ποιες ακριβώς είναι οι σχέσεις του πολιτικού συστήματος, που ο ίδιος υπηρετεί, με τον φασισμό και ότι καμία σχέση με τον φασισμό δεν έχουν αυτοί στους οποίους επιχειρεί να δημιουργήσει τέτοιου είδους παραπλανητικές ιστορικές καταγραφές (…).

Η μέρα που η σημαία  με το σφυροδρέπανο μπήκε στην καρδιά του κτήνους

raixstag kokkinh shmaia

Γι’ αυτή τη λασπολογία, για τους κάθε λογής επιλήσμονες, για όλους εκείνους τους γκαιμπελίσκους – και αυτό δεν αναφέρεται στον κύριο Μητσοτάκη – της θεωρίας των δύο άκρων, γι’ αυτή την τερατώδη μήτρα  που ξερνά τα φίδια του φασισμού και για τα αφεντικά τους, βεβαίως, πάντα θα έρχεται η 9η Μάη, η οποία θα είναι η μέρα που θα τους στοιχειώνει. Είναι η μέρα, κύριε Μητσοτάκη, που η σημαία με το σφυροδρέπανο μπήκε στην καρδιά του κτήνους».

Μετά από όλα αυτά τα στοιχεία (και τόσα άλλα που έχουν καταγραφεί στην Ιστορία και στη μνήμη των λαών) έχουμε ένα ερώτημα: Πόσο «ακραία» άθλιος είστε, κύριε Μητσοτάκη;

Advertisements

Posted in Μητσοτάκης, Νίκος Μπογιόπουλος, θεωρία των δύο άκρων | Με ετικέτα: , , , , | Leave a Comment »

Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης (1342-1350)

Posted by redship στο 23 Απριλίου , 2016

αναδημοσίευση  από  inred.gr

 

zilotes

Tου Κώστα Λάμπου

«Δεν έχει σημασία που ο πατριωτισμός είναι τόσο συχνά καταφύγιο για αχρείους. Η διαφωνία, η εξέγερση και ένας γενικός χαλασμός του κόσμου παραμένουν τα πραγματικά καθήκοντα των πατριωτών». Μπάρμπαρα Έρενράιχ

Στο ύστερο Βυζάντιο παρατηρείται μια σταδιακή μετακίνηση της εξουσίας από τον αυτοκράτορα προς τους μεγαλοφεουδάρχες, οι οποίοι συνδύαζαν την υποστήριξή τους προς τον αυτοκράτορα με αντάλλαγμα την παραχώρηση μεγάλων εκτάσεων κρατικής γης, πράγμα που άλλαξε ριζικά τις σχέσεις ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης της γης, οπότε και «ο οικονομικός δεσμός κράτους και χωρικών αντικαθίσταται από το δεσμό γαιοκτήμονα και χωρικών», με συνέπεια οι γαιοκτήμονες «να στερούν από τους φτωχούς ακόμα και τον Ήλιο»[3].

Το Βυζάντιο, δομημένο όπως είναι πάνω στον σκοταδισμό της λεγόμενης ορθοδοξίας, της πιο σκληρής δουλοπαροικίας ασιατικού τύπου[4] και της απόλυτης πνευματικής στειρότητας, σπαράσσεται από «βυζαντινά πραξικοπήματα», θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ «ορθόδοξων» και αιρετικών, μεταξύ «ησυχαστών» και «ζηλωτών», μεταξύ αυτοκρατορικών και αντιαυτοκρατορικών. Σε τελική ανάλυση, σπαράσσεται από ασταμάτητες συγκρούσεις μεταξύ των ευγενών μεγαλογαιοκτημόνων και του εκκλησιαστικού ιερατείου που ασκούν την εξουσία από τη μια μεριά και των εξαθλιωμένων δουλοπάροικων της υπαίθρου και των ναυτικών, των εμπόρων και των τεχνιτών που αποδεκατίζονται από την πείνα, στην οποία τους καταδικάζει η τάξη των αριστοκρατών μεγαλογαιοκτημόνων από την άλλη.

Και, βέβαια, στο πλαίσιο αυτών των κοινωνικών συγκρούσεων λαβαίνουν χώρα και συγκρούσεις μεταξύ των αντίπαλων ομάδων για τη νομή της εξουσίας, αλλά αυτό, ως δευτερεύουσα αντίθεση, δεν αναιρεί την πρωταρχική κοινωνική αντίθεση μεταξύ εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων. Τα φορολογικά πλιάτσικα που τους επιβάλλει η κεντρική και η τοπική εξουσία, καθώς επίσης και οι ατέλειωτες πολεμικές και εμφυλιοπολεμικές περιπέτειες, οδηγούν, εδώ κι εκεί, τα φτωχά κοινωνικά στρώματα σε σπασμωδικές περιοδικές αγροτικές εξεγέρσεις, οι οποίες κατά κανόνα πνίγονται στο αίμα των εξεγερμένων. Από τον 13ο και τον 14ο αιώνα, όμως, οι συγκρούσεις αποκτούν έντονο κοινωνικό περιεχόμενο και η ιδέα «ότι η γη αποτελεί κοινό κτήμα και πρέπει να αφαιρεθεί από τους γαιοκτήμονες και την εκκλησία και να μοιραστεί στους αγρότες»[5] γίνεται αίτημα όλων των αγροτικών εξεγέρσεων.

Στις αρχές της δεκαετίας 1340 ο Ιωάννης Καντακουζηνός, που εποφθαλμιά τον αυτοκρατορικό θρόνο, συγκρούεται με την αυτοκρατορική φάρα των Παλαιολόγων. Η μερίδα του ιερατείου που έμεινε στην ιστορία γνωστή ως «Ησυχαστές»[6] συγκρούεται με τους «Ζηλωτές»[7], ένα λαϊκοθρησκευτικό κίνημα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγάλη πόλη του Βυζαντίου και τη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη των Βαλκανίων. Το Κίνημα των Ζηλωτών αντιμετώπιζε με καχυποψία τη συνεργασία του μεγάλου εξουσιαστικού ιερατείου με την αριστοκρατική φεουδαρχία και ζητούσε τον χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Η μεγάλη φτώχεια τόσο στις μεγάλες πόλεις όσο και στην ενδοχώρα του Βυζαντίου, σε συνδυασμό με τις ατέλειωτες βυζαντινές ίντριγκες και τις εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις μεταξύ φατριών του ιερατείου αλλά και μεταξύ των διεκδικητών του αυτοκρατορικού θρόνου, συνέβαλαν στη μετεξέλιξη των Ζηλωτών σε πλατύ κοινωνικό κίνημα. Αυτό το κίνημα «είχε μεγάλη απήχηση στο Δήμο»[8], όπως αποκαλούν όλες οι πηγές της εποχής τα φτωχά λαϊκά στρώματα, και έβαλε στόχο του την αλλαγή του κοινωνικού συστήματος του Βυζαντίου[9].

Στη μετεξέλιξη αυτή έπαιξε σημαντικό ρόλο η διδασκαλία και η πολιτική δραστηριότητα του ‘Βαρλαάμ από την Καλαβρία’[10], που εκείνη την περίοδο δίδασκε στη Θεσσαλονίκη και ασκούσε μεγάλη επιρροή στα φτωχά λαϊκά στρώματα αλλά και στη διανόηση της Θεσσαλονίκης, η οποία, Θεσσαλονίκη, την ίδια περίοδο, αριθμούσε πάνω από διακόσιες χιλιάδες πληθυσμό. Ιδιαίτερο ρόλο φαίνεται να έπαιξε η διαμάχη του Βαρλαάμ με τους Ησυχαστές και τον αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο Παλαμά, υποτίθεται γύρω από ‘θεολογικά θέματα’, τα οποία στην ουσία ήταν αντικατοπτρισμός των οικονομικών και κοινωνικών θεμάτων και αντιθέσεων.

Το 1341 στην Αδριανούπολη και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας και Θράκης σημειώθηκαν πολλές αγροτικές εξεγέρσεις και ταραχές εναντίον της τοπικής αριστοκρατίας, αλλά και της κεντρικής εξουσίας της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Τον Οκτώβρη του 1341 ο Καντακουζηνός ανακηρύχθηκε από τον στρατό βασιλέας στο Διδυμότειχο και σε αντιπερισπασμό, τον Νοέμβριο, ο Ιωάννης Παλαιολόγος στέφθηκε αυτοκράτορας στην Πόλη από τον Πατριάρχη Ιωάννη Καλέκα. Στη συνέχεια ο Καντακουζηνός αμφισβητεί τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο και έτσι ξέσπασε ο γνωστός στην ιστορία ως ‘2ος εμφύλιος πόλεμος της βυζαντινής αυτοκρατορίας’. Την άνοιξη του 1342 ο Ιωάννης Καντακουζηνός, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής των συμφερόντων της αριστοκρατίας και των μεγαλογαιοκτημόνων, καταλαμβάνει με τη βοήθεια Σλάβων τη Θεσσαλονίκη με αποτέλεσμα την εξέγερση των Ζηλωτών, οι οποίοι θέλησαν να εκμεταλλευτούν την εμφύλια σύγκρουση των εξουσιαστικών φατριών του Βυζαντίου με στόχο την αυτονομία τους και την ανατροπή της φεουδαρχίας.

Οι Ζηλωτές καταλαμβάνουν την εξουσία και ανακηρύσσουν την «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης», απαιτώντας την αυτονομία της και το δικαίωμα άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας με τη σειρά του προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την αντίθεση των Ζηλωτών με τον Καντακουζηνό για να αποδυναμώσει τον Καντακουζηνό, αλλά και για να εξασθενήσουν και οι δυο αντίπαλοί του, τηρεί ουδετερότητα απέναντι στην εξέγερση των Ζηλωτών.

Το κίνημα των Ζηλωτών διέφερε από τα άλλα κινήματα τα αγροτικά ή τα θρησκευτικά, από το γεγονός πως αυτό είχε κοσμοθεωρητικές απόψεις και πολιτικές θέσεις που δεν περιορίζονταν στην προσωρινή ανακούφιση των κολλήγων, αλλά ξεπερνούσαν τους θεσμούς και τις δομές του βυζαντινού φεουδαρχικού συστήματος. Ο θεολόγος καθηγητής του πανεπιστημίου Αθήνας, Γεώργιος Μεταλληνός, γράφει[11] ότι το κίνημα των Ζηλωτών «ήταν καθαρά πολιτικοποιημένη παράταξη, με σαφή κοινωνικά κίνητρα και αιτήματα κατά των πλουσίων γαιοκτημόνων και υπέρ των πενομένων και καταπιεζομένων… Είναι, πράγματι, σαφές, παρά τη σύγχυση των πηγών, ότι οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης…συνδέονταν με τους ναυτικούς («παραθαλασσίους»), μια γνωστή συντεχνία… Η συνεργασία Ζηλωτών-ναυτών οφειλόταν προφανώς σε σύμπτωση συμφερόντων. Σε άλλες πόλεις στη συνεργασία αυτή συμμετείχαν και έμποροι… Οι Ζηλωτές ταυτίσθηκαν με το λαό και εξέφραζαν τα αιτήματα των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων, εν μέρει δε συνέπιπταν και με το στρατό.»[12].

Και συμπληρώνει πως «ο Λαός βρήκε την ευκαιρία να διαδηλώσει τα αντιαριστοκρατικά ή και αντιπλουτοκρατικά φρονήματά του λόγω της καταπιέσεως που υφίστατο και της οικονομικής του εξαθλιώσεως. Με τη στάση των Ζηλωτών συνδέθηκαν οραματισμοί για ριζική κοινωνική αλλαγή, οικονομική αναβάθμιση και κοινωνική αναδιάρθρωση. Πρόκειται, όπως βεβαιώνουν τα πράγματα, για έκρηξη πρωτοχριστιανικής κοινοκτημοσύνης ή έστω κοινοχρησίας, εναντίον της αυξάνουσας κοινωνικής ανισότητας και αδικίας, λόγω της συγκεντρώσεως γης και πλούτου στα χέρια των ολίγων»[13], για να καταλήξει: «Η στάση από τη Θεσσαλονίκη επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως την Τραπεζούντα. Αυτό σημαίνει, ότι το κοινωνικό κλίμα της Θεσσαλονίκης ήταν καθολικότερο φαινόμενο. Και αυτό επιβεβαιώνεται από πολλές μαρτυρίες. Η αντίδραση επικεντρωνόταν στο πρόσωπο του Ι. Καντακουζηνού και την αριστοκρατία»[14].

Το ίδιο βεβαιώνει και ο καθηγητής της ιστορίας Κωνσταντίνος Χατζόπουλος: «Η εξέγερση απλώθηκε σε πολλές πόλεις της Μακεδονίας και της Θράκης (Αδριανούπολη, Φέρρες, Ηράκλεια κ.ά.) και είχε πολύ έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, τη δεύτερη μεγάλη πόλη της αυτοκρατορίας και το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο της Βαλκανικής, ο λαός με επικεφαλής τους Ζηλωτές κατάφερε να ανατρέψει τους ευγενείς και να πάρει την εξουσία στα χέρια του. Έτσι, για μια σχεδόν ολόκληρη δεκαετία (1341-1349) οι Ζηλωτές έθεσαν την πόλη κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους και επιχείρησαν να εισαγάγουν πρωτοποριακές για την εποχή τους πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις»[15].

Πριν δούμε όμως τι έκαναν στην πολιτική πράξη, ας δούμε σε συντομία μερικές από τις βασικές πολιτικές απόψεις τους, όπως αυτές διατυπώνονται σε πολλές πηγές, για να κατανοήσουμε τον χαρακτήρα και τη σημασία αυτού του κινήματος των Ζηλωτών[16]:
Είχε μια αντιαριστοκρατική και αντιπλουτοκρατική πολιτική αντίληψη.

  • Διεκδικούσε μεταρρυθμίσεις στη βυζαντινή αυτοκρατορία, στα πλαίσια των οποίων επεδίωκαν την πολιτική αυτονομία και την ανεξαρτησία τους απέναντι στην κεντρική εξουσία.
  • Υποστήριζε την ανάγκη για την προώθηση της παιδείας, τη διδασκαλία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη και όλης της αρχαιοελληνικής Γραμματείας και του νέου ευρωπαϊκού πνεύματος.
  • Ήρθε σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον δογματισμό των Ησυχαστών του Γρηγορίου Παλαμά, που εξυμνούσαν τον μοναχισμό, το αυστηρό πνεύμα και την υποταγή στην εξουσία των γαιοκτημόνων και του αυτοκράτορα.
  • Υπερασπίζονταν τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους πρόσφυγες που έφταναν από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας μαζικά στη Θεσσαλονίκη για να γλυτώσουν από τις εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις και την πείνα.
  • Επεξεργάστηκε πολιτικό πρόγραμμα με συγκεκριμένες πολιτικές θεσμικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων και
  • Οργάνωσε πολιτικό Λαϊκό Κόμμα.

Όμως στη δημόσια ζωή και στη διαχείριση της κοινωνίας εκείνο που καταξιώνει τις κοσμοθεωρίες, τις ιδεολογίες, τις πολιτικές διακηρύξεις και τα κομματικά προγράμματα είναι η συμφωνία των διακηρύξεων με τα έργα. Ας δούμε τώρα τι έκανε το Κίνημα των Ζηλωτών στην «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης» και κατ’ άλλους στη «Λαϊκή Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης» ή στην «Κομμούνα της Θεσσαλονίκης»[17], σύμφωνα με τις πληροφορίες από διάφορες πηγές που αναφέρονται σε αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας[18]:

  • Οι Ζηλωτές συγκέντρωσαν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους, προχώρησαν στη συγκρότηση Επαναστατικής Επιτροπής και σε άμεση αναδιοργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, της Δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας και ταυτόχρονα:
  • Κατάργησαν την παλιά νομοθεσία και το παλιό νομικό σύστημα και δημιούργησαν νέους διοικητικούς θεσμούς.
  •  Πήραν μέτρα για την πνευματική ελευθερία, την ελευθερία του Λόγου και την ανεξιθρησκία.
  •  Κατάργησαν όλα τα προνόμια, το δικαίωμα της ατομικής ιδιοκτησίας και δήμευσαν τις περιουσίες και τον πλούτο των ευγενών.
  • Καθιέρωσαν την άμεση εκλογή από τον Λαό όλων των αξιωματούχων στα κυβερνητικά αξιώματα, στη Δικαιοσύνη, ακόμα και στα θρησκευτικά αξιώματα.
  •  Δημοτικοποίησαν τον πλούτο της εκκλησίας και των μοναστηριών και διαχώρισαν την εκκλησία από το κράτος.
  •  Καθιέρωσαν καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας, ώστε όλοι οι πολίτες να είναι ίσοι απέναντι στον νόμο.
  •  Απελευθέρωσαν τους δουλοπάροικους και έδωσαν ίσα δικαιώματα στους ξένους.
  •  Δημιούργησαν ένα πρωτοφανές για τα δεδομένα της εποχής καθεστώς που προέβλεπε την άμεση, διαρκή και ενεργητική λαϊκή συμμετοχή στη διακυβέρνηση της πόλης κατά τα πρότυπα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
  • Ανακήρυξαν επίτιμο Πρόεδρο της «Ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Θεσσαλονίκης» τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο ο οποίος είχε ταχθεί με το μέρος των επαναστατών.

Η Κομμούνα των Ζηλωτών αντιμετώπισε νικηφόρα πολλές επιδρομές του αυτοκρατορικού στρατού που επέδραμε κάθε τόσο, πότε με τη βοήθεια των Σλάβων και πότε με τη βοήθεια των Τούρκων, κατά της Θεσσαλονίκης και άντεξε εννιά ολόκληρα χρόνια, από το 1342 μέχρι το 1350. Επειδή όμως η ανεξάρτητη παρουσία της άλλαζε σταδιακά τις συνειδήσεις των κολλήγων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων της αυτοκρατορίας, οι δύο «συμβασιλείς» πια, Καντακουζηνός και Παλαιολόγος, τέθηκαν επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων του αυτοκρατορικού στρατού συνεπικουρούμενου από σώμα είκοσι χιλιάδων ανδρών του τούρκικου στρατού και πολιόρκησαν τη Θεσσαλονίκη. Η άμυνα της Θεσσαλονίκης εξαντλήθηκε μετά από σκληρές μάχες, οπότε οι αυτοκρατορικές δυνάμεις κατάσφαξαν τον πληθυσμό και κατάστρεψαν την πόλη και την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης.

Είναι γνωστό πως τελικά την ιστορία δεν την γράφουν οι ιστοριογράφοι, αλλά οι νικητές που γράφουν ή σβήνουν τις πηγές και τα γεγονότα, όπως έκαναν ο Καντακουζηνός και ο μεγαλογαιοκτήμονας Γρηγοράς. Πολλοί προσπαθούν να υποβαθμίσουν ακόμα και να συκοφαντήσουν[19] το μεγάλο αυτό ιστορικό γεγονός και το πολύ σημαντικό, για τότε και για τώρα, κοινωνικό επίτευγμα. Προφανώς γιατί είχε ένα παλλαϊκό χαρακτήρα στον οποίο συμμετείχαν όλα τα λαϊκά στρώματα, ναυτεργάτες, αγρότες βιοτέχνες, έμποροι, διανοούμενοι, ακόμα και τμήματα του κλήρου και του αυτοκρατορικού στρατού, πράγμα που προσδίδει τεράστιο κοινωνικό βάθος στην Κομμούνα των Ζηλωτών, τροφοδότη των απελευθερωτικών οραμάτων της εργαζόμενης ανθρωπότητας για εφτακόσια χρόνια. Από αυτή την οπτική γωνία μπορούμε να πούμε πως η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης δεν ηττήθηκε ποτέ.

Ηττήθηκε όμως για μια ακόμα φορά ο αγωνιζόμενος να αναγεννηθεί ελληνισμός, γιατί οι βυζαντινοί αυτοκράτορες και η τάξη των ‘ευγενών’ μεγαλογαιοκτημόνων έμαθαν στους Σλάβους και στους Τούρκους τον δρόμο προς την Ελλάδα και τον τρόπο να καταπνίγουν τα εθνικά και κοινωνικά απελευθερωτικά λαϊκά κινήματα και τις προοδευτικές ιδέες. Η μετέπειτα πορεία των πραγμάτων, ως διαμάχη μεταξύ «ενωτικών και ανθενωτικών», μεταξύ της ‘Τιάρας και του Σαρικίου’, όχι μόνο δεν γλύτωσε τους αυτοκράτορες και τους ευγενείς από το σπαθί του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά γύρισε και το τιμόνι της ιστορίας σε πορεία κατά του ελληνισμού, αλλά και κατά της αστικής μετεξέλιξης της περιοχής των Βαλκανίων και κατ’ επέκταση σε βάρος της Ευρώπης, της ανθρωπότητας και του πολιτισμού της. Οι ανάγκες και οι δυνατότητες της ανθρωπότητας, και κύρια της Ευρώπης, για μια ακόμα φορά αλλάζουν την πορεία της ιστορίας, στρέφοντας τη ρότα προς την Ινδία από τη Δύση για να καταλήξουν στην ανακάλυψη του πλούτου του Νέου Κόσμου, με αποτέλεσμα τη γενοκτονία των αυτόχθονων πληθυσμών και την καταστροφή των πολιτισμών της αμερικανικής ηπείρου.

—————————————————————————————————————————

[1] Αφιέρωμα στα 670 χρόνια από την ανακήρυξη της Λαϊκής Κομμούνας της Θεσσαλονίκης.
[2] Απόσπασμα από το βιβλίο μου, Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία. Η μεγάλη πορεία της ανθρωπότητας προς την κοινωνική ισότητα και τον Ουμανισμό, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.
[3] Τεμεκενίδης Γεώργιος Α., Η Επανάσταση των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη (1342-1349), Ζήτη, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 7 και 14.
[4] Η φεουδαρχία ασιατικού ή ανατολικού τύπου στηριζόταν στη συνεχή κατάκτηση εδαφών και στη συσσώρευση πλούτου μέσω της λεηλασίας και του κεφαλικού φόρου των υπηκόων, σε αντίθεση με τη φεουδαρχία δυτικού τύπου που στηριζόταν στην αγροτική παραγωγή.
[5] Τεμεκενίδης Γεώργιος Α., Η Επανάσταση των Ζηλωτών…, ό. π., σ. 14.
[6] «Οι Ησυχαστές απέρριπταν τις θεωρίες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, κυρίως του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, σχετικά με τη δημιουργία του κόσμου και θεωρούσαν ως περιττή την μελέτη των έργων τους.», βλ. Χατζόπουλος Κωνσταντίνος, Επισκόπηση της Ιστορίας του Νέου ελληνισμού (1204-1821), εκδ. Εταιρείας Αξιοποίησης Περιουσίας Δ.Π.Θ.
[7] Τους είπαν Ζηλωτές, από την ονομασία των Ζηλωτών των πρωτοχριστιανικών χρόνων που οργάνωσαν επανάσταση εναντίον των Ρωμαίων. Οι Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης του 14ου αιώνα, κατά τον Θωμά Μαγίστρου, όπως μας πληροφορεί ο Κορδάτος, ήταν γνωστοί και ως «Φίλοι του Λαού». Βλ. Κορδάτος Γιάννης, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, ό. π., τόμ. 8ος, σ. 245-277. Βλ. επίσης Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 10ος, σ. 60-61 και Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, εκδ. Αξιωτέλη, Αθήνα 1987, τόμ. 5ος.
[8] Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να διαπιστώνει κανείς πως περισσότερα από 1800 χρόνια μετά την αθηναϊκή δημοκρατία, το κράτος του Δήμου, ένας άλλος Δήμος (με την ίδια ακριβώς έννοια και τον ίδιο ακριβώς όρο), αυτός της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, επαναλαμβάνει το ίδιο «πείραμα» κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες. Κι επειδή η γλώσσα είναι κώδικας πολιτισμού, τότε αυτή η συνέχεια έχει τη σημασία της, βλ. σχετικά, Κορδάτος Γιάννης, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης, Συλλογή, Αθήνα 2009, σ. 9 και 51 κ.ε.
[9] Βλ. Κορδάτος Γιάννης, Μεγάλη Ιστορία, ό. π. και Εγκυκλοπαίδεια Δομή, ό. π.
[10] Ο Βαρλαάμ (1290-1350) ήταν Έλληνας λόγιος από τη ‘Μεγάλη Ελλάδα’. Σπούδασε στη Ρώμη μαθηματικά, φιλοσοφία, αστρονομία και θεολογία. Διετέλεσε καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και φιλοσοφίας στην Κάτω Ιταλία και υπήρξε δάσκαλος του μεγάλου ιταλού ουμανιστή ποιητή Πετράρχη. Κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα και έγινε καθηγητής στο εκεί πανεπιστήμιο, όπου ήρθε σε ρήξη με το ιερατείο των «Ησυχαστών» και τον αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο Παλαμά. Αργότερα εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου και ίδρυσε δική του σχολή με πολλούς μαθητές. Ήταν ενθουσιώδης υποστηρικτής της αναβίωσης και της διδασκαλίας της πλατωνικής και αριστοτελικής φιλοσοφίας. Θεωρείται πρόδρομος του Ουμανισμού και του Διαφωτισμού. Βλ. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 4. Βλ. επίσης, Μεταλληνός Γεώργιος, Ησυχαστές και Ζηλωτές. Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα. Ελληνισμός Μαχόμενος, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1995.
[11] Σε αντίθεση με κάποιους που γράφουν για «τον οχλοκρατικό χαρακτήρα του κινήματος των Ζηλωτών», βλ. Κωτσιόπουλος Κωνσταντίνος, Το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη 1342-1349. Ιστορική, θεολογική και κοινωνική διερεύνηση, Διδακτορική Διατριβή στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1995.
[12] Μεταλληνός Γεώργιος, Ησυχαστές και Ζηλωτές…, ό. π.
[13] Ό. π.
[14] Ό. π.
[15] Χατζόπουλος Κωνσταντίνος, Επισκόπηση της…, ό. π.
[16] «Ο Βαρλαάμ και οι οπαδοί του παρουσιάζονται συχνά ως ουμανιστές, πλατωνικοί και νομιναλιστές», Χατζόπουλος Κωνσταντίνος, Επισκόπηση της…, ό.  π.
[17] Κορδάτος Γιάννης, Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης 1342-1349, ό. π., σ. 69 κ.ε. Βλ. επίσης Κορδάτος Γιάννης, Μεγάλη Ιστορία…, ό. π., και Εγκυκλοπαίδεια Υδρία, τόμ. 5ος, σ. 1435-1436.
[18] Τεμεκενίδης Γεώργιος Α., Η Επανάσταση των Ζηλωτών…, ό. π., σ. 48-50.
[19] «Ξοδεύουμε τα μοναστηριακά χρήματα για να φτιάξουμε τα χαλασμένα σπίτια των αγροτών και των φτωχών, για να τους στεγάσουμε, για να τους δώσουμε τα μέσα να καλλιεργήσουν τα χωράφια και τα αμπέλια τους και γενικά με τον ίδιο τρόπο να συντηρούμε εκείνους που αγωνίζονται με τα όπλα για να μη γίνουμε όλοι σκλάβοι… Τούτη η Πολιτεία στηρίζεται στην ισότητα και τη δικαιοσύνη και στην ευσέβεια… και επιζητεί σύμφωνα με τους νόμους που θεσπίσαμε να κρατάει όσα απόκτησε, καλύτερα και από την Πολιτεία του Πλάτωνα», απαντούσαν οι Ζηλωτές στους συκοφάντες τους, σύμφωνα με κάποιο χειρόγραφο που σώθηκε. Βλ. Κορδάτος Γιάννης, Μεγάλη Ιστορία…, ό. π., σ. 265 και 266.

 

Posted in Η Κομμούνα της Θεσσαλονίκης (1342-1350), θεσσαλονίκη, ιστορία | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

“Όχι, δεν είμαι μαζί τους, είμαι αυτό που θέλω”

Posted by redship στο 17 Απριλίου , 2016

 

αναδημοσίευση από  τον ημεροδρόμο

 

γράφει ο Νίκος Μπογιόπουλος

 

 

 

Δεν είχε τίποτα πάνω του που να μοιάζει με «πόζα». Τίποτα το «δήθεν», το «τάχα μου». Ήταν ένας μάγκας. Κανονικός. Με την μπέσα και την λεβεντιά που έχουν οι ωραίοι μάγκες.

Κουβέντες μετρημένες. Δεν «κορδωνόταν», δεν «το έπαιζε κάπως». Και για κείνα τα 2 – 3 πράγματα που ένιωθε να τον σφραγίζουν μιλούσε πάντα με συστολή και με σεβασμό προς τους άλλους. Το ένα ήταν ο Ολυμπιακός. Η τρέλα του!

Το άλλο, το βαθύ, το εσώψυχο, εκείνο που το τίμησε σε κάθε περπατησιά του, ήταν η καταγωγή του: Είμαι από τη «Μικρή Μόσχα» έλεγε, από την Αγία Μονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα, όπου ήμασταν όλοι ίδιοι – οι αριστεροί, οι αποκομμένοι από την κοινωνία.

Εκεί στη «Μικρή Μόσχα» στη γειτονιά του, «ό,τι μαγείρευε ο δίπλα, έτρωγε και ο από δω. Μαζί στο σχολείο, στη βόλτα, στο ποδόσφαιρο, όλα μαζί» (συνέντευξη στην Κάλια Καστάνη, DOWN TOWN, Γενάρης 2012).

Πριν φτάσει ήδη στα 18 του χρόνια να τραγουδάει το «Της Δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ» δίπλα στον Θεοδωράκη, στην θρυλική συναυλία του Μίκη το 1966 στη Νέα Φιλαδέλφεια, αν και πιτσιρικάς, είχε ήδη διανύσει μεγάλη διαδρομή.

Την διαδρομή ενός παιδιού από τα 12 στο μεροκάματο και στη βιοπάλη. Που έμαθε στα 16 του ότι ο κομμουνιστής ΕΑΜίτης και αντάρτης του ΔΣΕ πατέρας του, που όλοι τον θεωρούσαν χαμένο στον Εμφύλιο, ζούσε ως πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία – τον συνάντησε για πρώτη φορά το 1977 σε ηλικία 29 ετών, κάποιοι λένε με μυθιστορηματικό τρόπο, ανεβαίνοντας σε ένα λεωφορείο με φιλάθλους του Ολυμπιακού που πήγαινε για αγώνα με τη Δυναμό στο Ζάγκρεμπ.

Όντας «ανεπιθύμητος» από τα σχολεία των Τρικάλων λόγω «αριστερών φρονημάτων», κατέβηκε στην Αθήνα, το 1964, δίπλα στον μόλις απολυθέντα από την εξορία κομμουνιστή μπάρμπα του, τον αδερφό της μάνας του.

Ωστόσο, δίπλα στα υπόλοιπα που δεν τον καθιστούσαν ικανό να διαθέτει «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων», φρόντισε να προσθέσει κι ένα ακόμα: Έγινε μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη.

«Ανεπιθύμητος» και στα σχολεία της Αθήνας. Τελικά έβγαλε το γυμνάσιο σε ιδιωτικό σχολείο. Το πρώτο ηχογραφημένο τραγούδι του, το «Χαμένη Πασχαλιά», το έφαγε η λογοκρισία της χούντας. Οι στίχοι του (Δ.Ιατρόπουλος) ήταν κάπως… «περίεργοι»:

«Καημός ιδρώτας κι αίμα/ Αχ τι ανάποδη ζωή/ Πλάκωσε πάλι η συννεφιά/ Πήγε στα χαμένα/ Κι ετούτη η Πασχαλιά».

Για να βγάλει δίπλωμα οδήγησης έπρεπε να περιμένει μετά την μεταπολίτευση (συνέντευξη στην «Μηχανή του Χρόνου»).

Τον περιγράφανε έτσι: «Γνήσιος». «Ξεχωριστός». «Λαϊκός». «Ντόμπρος». Ήξερε που πατούσε. Σε μια συνέντευξη (στην Κατερίνα Ζαννη, aixmi.gr,) ρωτήθηκε για τον Καζαντζιδη. Απάντησε:

«Υπάρχουν κάποιοι που λένε “δεν μ’ αρέσει ο Καζαντζίδης”. Δέχομαι να μου πει “δεν μ΄ αρέσει ο Καζαντζίδης”, αλλά μη μου πει δεν αξίζει ο Καζαντζίδης”, γιατί θα του σπάσω το κεφάλι (…). Αγγίζει το τέλειο. Τραγούδησε την ξενιτιά και την προσφυγιά. Από την άλλη πλευρά υπήρχε ο Μπιθικώτσης που είπε την άμμο της θάλασσας. Εγώ έχω δηλώσει μακάρι να είχα τη φωνή του Καζαντζίδη και το ρεπερτόριο του Μπιθικώτση. Όταν ήμουν μικρός και δούλευα με τον Ζαμπέτα μου είχε πει “μην κάνεις το λάθος και προσπαθήσεις να μοιάσεις σε κανέναν γιατί δεν θα είσαι ποτέ τίποτα. Αν μιμηθείς κάποιον θα είσαι πάντα ο δεύτερος”».

Δεν υπήρξε ποτέ «δεύτερος». Δεν μιμήθηκε κανέναν. Ποτέ.

Έτσι αληθινά πορεύτηκε κι έτσι «γνήσια» τραγούδησε οτιδήποτε τραγούδησε. Γιατί ό,τι έβγαζε η φωνή του ήταν η αντανάκλαση των ίδιων των βιωμάτων του.

Είχε εκείνη την άλλη, την δική του «δωρικότητα». Ήταν αληθινός και αυθεντικός κι όταν τραγουδούσε για τις αγωνίες, τους αγώνες και τα βάσανα του λαού, ήταν αληθινός κι αυθεντικός κι όταν τραγουδούσε για την αγάπη και τον έρωτα με εκείνη την «βαριά παλικαρίσια αναπνοή».

Τον ρωτούσαν για τα τελευταία, για το ΔΝΤ, για την κρίση, για τους «σωτήρες». Δεν του χρειαζόταν να είναι μέσα στις… διαπραγματεύσεις για να ξέρει:

«Όταν τελειώσουν και με τις τελευταίες διαπραγματεύσεις – έλεγε – θα γίνει κανονικά η κηδεία της Ελλάδας. Θα μας τα πάρουν όλα. Τα παιδιά θα φύγουν για έξω και… τέλος μείνανε βουβοί και γεμάτοι οι καφενέδες από γέρους και χαφιέδες που μιλάν για προκοπή”. Αυτοί θα είμαστε».

Δεν αισθανόταν εξαπατημένος, αισθανόταν και ένιωθε αγανακτισμένος. Μιλούσε με εκείνη την αγανάκτηση που μέσα από την «τσαντίλα» για το πώς είναι τα πράγματα γεννιόταν και η ελπίδα για να αλλάξουν. Όταν η ΕΕ έφερε εκείνο το επαίσχυντο αντικομμουνιστικό μνημόνιο επιχειρώντας την άθλια διασύνδεση του κομμουνισμού με το ναζισμό, είχε δηλώσει:

«Το να πεις ότι αυτά που συμβαίνουν είναι απαράδεκτα είναι λίγο. Συμβαίνουν τόσα πράγματα. Κάθε μέρα σκοτώνουν τον κόσμο, κάθε μέρα κάνουν πράγματα και δεν ασχολείται κανένας. Τώρα ξαφνικά τους πείραξε ότι ο κομμουνισμός είναι βλαβερός. Αν έτσι νομίζουν τι να κάνουμε, δεν μπορούμε να τους πούμε να μην αποφασίζουν. Δικαίωμά τους είναι να αποφασίζουν. Όμως, δικαίωμά μας και μας είναι να αντιστεκόμαστε και να αγωνιζόμαστε και να παλεύουμε. Από μια πλευρά θεωρώ μπας και είναι και λίγο καλό να ξυπνήσουμε και λίγο και να δούμε τι γίνεται, πού βαδίζουμε, πού πάμε, γιατί κάπου βολευτήκαμε, κάπου είπαμε εντάξει, είμαστε καλά, νόμιμο το ΚΚΕ, νόμιμο το ένα, νόμιμο το άλλο, όμως παραγίναμε νόμιμοι. Ισως μας ξυπνήσει λίγο και να ξαναμάθουμε να αγωνιζόμαστε. Καλό θα μας κάνει. Οι προοδευτικοί άνθρωποι που αγωνίζονται και που σηκώνουν το κεφάλι θα το σηκώσουν και θα το σηκώσουν και πιο πολύ. Γι’ αυτό σας λέω, ότι κάπου θα ξυπνήσουν συνειδήσεις, θα ξυπνήσουν πράγματα, θα ξυπνήσουν τα μαζικά κινήματα» ( Ριζοσπάστης, 31/12/2005).

Σε άλλη συνέντευξή του (στην αγαπημένη Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία, 2011), ρωτήθηκε για τους κυβερνώντες. Μπορεί να φανταστεί κανείς το ύφος του και τη χροιά της φωνής του όταν απαντούσε:

«Λένε «θα δημιουργήσουμε». Ρε σεις, δεν έχουν οι άνθρωποι να φάνε, τι θα δημιουργήσετε; Πήρατε από το μισθωτό και το συνταξιούχο, τους τσακίσατε. Τώρα τι; Θα τους θάψετε και θα πάρετε φόρο θαψίματος; Απ’ την άλλη μεριά είναι πρόκληση οι επιχειρηματίες να χρωστάνε δισεκατομμύρια, να μην ξέρουν τι είναι το ΙΚΑ και όχι μόνο να μην τολμάει κανένας να τους πειράξει, αλλά ούτε να αναφέρεται το όνομά τους. Μετά βγαίνει η κυβέρνηση και σου λέει «εμείς θα σώσουμε την Ελλάδα». Άστε το, ρε παιδιά, αρκετά τη σώσατε».

Τραγούδησε για τους «πάντα γελαστούς και γελασμένους». Σε συνέντευξή του στην αγαπημένη Ρουμπίνη Σούλη (Ριζοσπάστης, 2000), τότε που όλοι είχαν χαθεί στις «σομόν» σελίδες των εφημερίδων και από παντού ακούγονταν παιάνες για την νέα μεγάλη ιδέα του έθνους, την είσοδο στην ΟΝΕ, έλεγε:

«Τα μόνα «προβλήματά» μας είναι το Χρηματιστήριο και το αν θα μπούμε στην ΟΝΕ. Κανείς απ’ αυτούς δε μας είπε ποτέ τι θα συμβεί, αφού μπούμε στην ΟΝΕ. Για το τι έρχεται μετά την ένταξη, γι’ αυτά που θα είμαστε υποχρεωμένοι να κάνουμε. Γιατί τώρα δε μας λένε τίποτα για όλα αυτά; Μόνο λένε και ξαναλένε ότι με την ΟΝΕ μπαίνουμε στους πλούσιους. Ας σοβαρευτούμε, ρε παιδιά! Σε ποιους πλούσιους μπήκαμε; Ποιο είναι το δικό μας βιοτικό επίπεδο σε σχέση με των Γάλλων, των Γερμανών; Πώς θα πάμε; Ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια; Γιατί δε μας λένε τι θα συμβεί μετά;».

 

Έτσι ήταν. Δεν έβγαζε την ουρά του απέξω. Έπαιρνε θέση. Αρχές του 2000, με νωπές ακόμα τις υποθέσεις Οτσαλάν και της ΝΑΤΟικής επιδρομής στη Γιουγκοσλαβία, είχε ρωτηθεί για τη σχέση καλλιτεχνών – κατεστημένου, για το πώς το δεύτερο ασκεί την τακτική των «υποδείξεων» στους πρώτους. Απαντούσε (Ριζοσπάστης, 23/4/2000):

«Έχει αλλάξει και ο τρόπος που αντιμετωπίζονται από το κατεστημένο… Σήμερα, ασκούνται άλλου είδους πιέσεις. Και στην περίπτωση της συναυλίας για τον Οτσαλάν ειδικότερα υπήρξαν φοβερές πιέσεις, τηλέφωνα. Εγώ πάντως δεν τις καταλαβαίνω αυτές τις πιέσεις, που λένε δε θα σε παίξουμε στην τηλεόραση ή θα το πληρώσεις αν δεν είσαι μαζί μας… Όχι, δεν είμαι μαζί τους. Είμαι αυτό που θέλω. Με αυτό που ζητώ να βιώσουν τα παιδιά τα δικά μου και του δίπλα μου, ώστε να μπορέσουν να ζουν ανθρώπινα, ευτυχισμένα. Ας με κυνηγήσουν… Και τι έγινε; Μπορώ να φτιάξω μια καλύτερη κοινωνία; Αυτό με απασχολεί. Εξάλλου, αν πας σε μια διαδήλωση, μπορείς να κάνεις και πέντε φίλους… Μπορεί κάποιοι να με λένε και γραφικό για τις επιλογές μου. Αυτοί, όμως, τι είναι; Εγώ μπορεί να είμαι γραφικός, αυτοί, όμως, είναι δουλοπρεπείς, γλείφτες. Δε με νοιάζουν, ούτε με αφορούν. Έχω την αξιοπρέπειά μου, που λείπει απ’ αυτούς που σκύβουν το κεφάλι και κλίνουν το “βολεύομαι” σε όλες τις πτώσεις».

Σήμερα, 17 Απρίλη συμπληρώνονται 4 χρόνια από τον θάνατό του. Και τον θυμόμαστε όπως ήταν: Χωρίς «πόζες». Πηγαίος. Χωρίς τίποτα το «δήθεν». Αξιοπρεπής. Χωρίς «τάχα μου». Με κουβέντες μετρημένες. Και καθαρές.

Αυτός ήταν. Ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας μέγιστος άνθρωπος. Ένας μάγκας. Αληθινός. Με την μπέσα και την λεβεντιά που έχουν οι ωραίοι μάγκες.

 

Posted in Δ. Μητροπάνος, ημεροδρόμος | Με ετικέτα: , | Leave a Comment »

Κατάλαβες, ανθρωπάκο;

Posted by redship στο 1 Απριλίου , 2016

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΛΕΒΑΣ     αναδημοσίευση από τον ημεροδρόμο

 

Ο σύγχρονος κυρ – Παντέλης είναι εξελιγμένος. Πούλαει, στο μικρό του «μονοπώλιο», μια καντινούλα, σάντουιτς και τσάι στους πρόσφυγες. Μετά αποφασίζει πως θέλει το χωραφάκι του και βγαίνει με το τρακτεράκι του να …οργώσει, κάνοντας «βόλτες» με ταχύτητα ανάμεσα στις σκηνές των προσφύγων. Κι όταν τον ρωτάνε για την καντίνα; Άλλο η καντίνα, μην τα μπλέκεις!

Η …διαμαρτυρία του σύγχρονου  κυρ – Παντελή αναπαράγεται από ακροδεξιές ιστοσελίδες, οι οποίες αγωνιούν για το δράμα του νοικοκυραίου. Εκείνος, τα βάζει με «όλους τους πολιτικούς». Έτσι, γενικά, «με όλους τους πολιτικούς». Έχει μάθει να πουλάει καλά ο σύγχρονος κυρ -Παντελής. Προσέχει. Δεν βρίζει τους πρόσφυγες (δημόσια), δεν είναι, δα, και φασιστάκος. Όχι, όχι. Υπάρχει, μάλλον, κι άλλο εμπόρευμα με σάντουιτς και τσάι, για να πουληθεί.

Ο σύγχρονος κυρ – Παντελής, «νόμιμος» και όταν πούλαγε τα σάντουιτς, με το κεφάλι, «νόμιμος» και τώρα που ζητά το χωράφι του. Κι αν του πει κανείς πως εκμεταλλεύεται το δράμα των προσφύγων, αν του πεις πως άλλοι προσφέρουν τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης για τους πρόσφυγες, ενώ εκείνος βγάζει λεφτουδάκια με την καντινούλα του, τότε έχει έτοιμη την απάντηση. Μια απάντηση που δεν τη λέει, αλλά τη γνωρίζουμε. Τη γνωρίζουμε από πολλούς σαν κι αυτόν: «Δεν έκανα και τίποτα παράνομο, ίσα – ίσα που βοηθάω. Να μη βγάλω κι εγώ κάτι για τον κόπο μου».

Άκου, ανθρωπάκο: Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα. Δεν είσαι ο μόνος «ξύπνιος», που βρήκε την ευκαιριούλα. Κάτι ανθωπάκια σαν κι εσένα υπήρχαν και σε άλλες εποχές. Κάποιοι πουλούσαν λαδάκι στην Κατοχή. Εσύ τώρα πουλάς σαντουιτσάκια και τσαγάκι, στους πρόσφυγες. Αυτοί οι κάποιοι, τότε, σίγουρα …διεκδικούσαν την περιουσιούλα τους, όταν το λαδάκι τελείωνε. Εσύ τώρα …οργώνεις το χωραφάκι σου, ανάμεσα στις σκηνές των προσφύγων και ζητάς ή να φύγουν ή να αποζημιωθείς. Όταν πούλαγες, βέβαια, το εμπόρευμα σου δεν ήθελες αποζημίωση..

Άκου, ανθρωπάκο: Ένα κατασκεύασμα είσαι. Σε φτιάξανε και θα φτιάχνουν πολλούς σαν κι εσένα. Θα είστε όλοι «νόμιμοι», «έμποροι με καλές ιδέες».

Το ξέρεις, καημένε, αλλά δεν θες να το σκέφτεσαι: Θα έρθει κάποιος και θα σε αγοράσει. Τότε, μην αρχίζεις να φωνάζεις για την εκμετάλλευση σου. Δεν θα σε ακούσει κανείς. Όπως δεν άκουγε κανείς εκείνους τους «πατριώτες», που πουλάγανε λαδάκι στην Kατοχή, όταν έχαναν το εμπόρευμα τους. Το είχε αγοράσει  σε καλή τιμή (μαζί με αυτούς) ο μεγαλέμπορος. Κατάλαβες, ανθρωπάκο;

 

 

Posted in φασισμός, οι νέοι μαυραγορίτες | Με ετικέτα: , , , | Leave a Comment »