καράβι κόκκινο

τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά

  • Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

  • Γιάννης Ρίτσος

    Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

  • κώστας βάρναλης

    Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι; ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 20.10.1973

  • ------------------------------- Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα. Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί; Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα! Και κέρδισε μονάχος το ψωμί -------------------------------- -------------------------------- ''Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρής. Όπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί''
  • κομαντάντε Μάρκος

  • «Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, ασιάτης στην Ευρώπη, αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, γύφτος στην Πολωνία, ειρηνιστής στη Βοσνία, Εβραίος στη Γερμανία, μια γυναίκα μόνη στο Μετρό τα ξημερώματα, με άλλα λόγια ο Κομαντάτε Μάρκος είμαστε εμείς, το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη»
  • μπερτολντ μπρεχτ

    Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος και είπα ευθύς: “μ’αρέσει ο νόμος τους” Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή. Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους. και σαν με ρώτησαν “σε διασκεδάζει;” είπα “πολύ”! Κι από την ώρα εκείνη, λέω “ναι” σε όλα, κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω. Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα, ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα, μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα: “καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!” Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!” Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές, μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!” Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

  • Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας

    Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να ' ναι : γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί Θα μοιραστεί την ήττα . Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει : γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί .
  • εγκώμιο στον κομμουνισμό – μπέρτολτ μπρέχτ

    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει.
  • οι δικαστές

    Να οι κύριοι δικαστές τους λέμε οι καταπιεστές πως δίκαιο είναι τον λαό τι συμφέρει μα αυτοί δεν ξέρουν ποιο είναι αυτό κι έτσι δικάζουν στο σωρό μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι
  • ———–

    Εχουνε νομικά βιβλία και διατάγματα Εχουνε φυλακές και οχυρώσεις Εχουνε δεσμοφύλακες και δικαστές Που παίρνουνε πολλά λεφτά κι έτοιμοι για όλα είναι. Μπ. Μπρεχτ
  • ———————

    "Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ο Χίτλερ φυλάκιζε ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου"
  • ========================

    Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς. Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Λες: Πολύ καιρό έλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Έλπιζες τi; Πως ο αγώνας θαν’ εύκολος; Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα. Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε. Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του. Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση. Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.
  • Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους

    Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; έχουνε κιόλας φάει. Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί γι' αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν. Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν.
  • che

    Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.

  • Αξίζει για ένα όνειρο να ζεις, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
  • pablo neruda

    όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

  • από το Canto general

    Μπορεί να κόψουν όλα τα λουλούδια, αλλά δεν θα γίνουν ποτέ αφέντες της Άνοιξης
  • κ. καβάφης

    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
  • κωστής παλαμάς

    Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά κλέφτες κι απελάτες και προδότες. Τους μισούν οι βασιλιάδες κι όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλληκάρια κι είναι μες στους κοιμισμένους οι στρατιώτες…” Κ . Παλαμάς στο Δωδεκάλογο του Γύφτου.
  • διαμοιρασμός του blog

    Bookmark and Share
  • διαχείριση

  • on line επισκέπτες

  • ημερολόγιο άρθρων

    Ιουνίου 2015
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.   Ιολ. »
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Εγγραφή

Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος

Posted by redship στο 6 Ιουνίου , 2015


αναδημοσίευση από  alfavita

Μία φανταστική ιστορία

Αρθρογράφος:
Χρήστος Κυργιάκης

Η παρακάτω ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα και περιστατικά είναι τελείως συμπτωματική.

Το ξυπνητήρι χτύπησε ακριβώς στις 5:30 το πρωί. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κάθε που ο Μπάμπης είχε πρωινή βάρδια εκείνο έδειχνε απίστευτη συνέπεια στη δουλειά του. Όπως κι ο Μπάμπης. Στις 6:30 ακριβώς έπιανε δουλειά. Δεν είχε αργήσει ούτε μία φορά. Δεν έλλειψε ούτε μία μέρα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, από τότε που έπιασε δουλειά, δηλαδή, στο διυλιστήριο.

Κανά δυο φορές που έτυχε να αρρωστήσει-όχι τίποτα το σοβαρό, κάποια κρυολογήματα που του ανέβασαν τον πυρετό-δεν ζήτησε άδεια. Άλλωστε, του είχε πει ο υπεύθυνος του τομέα του πως στα αφεντικά δεν άρεσαν και πολύ οι εργάτες που αρρωσταίνουν συχνά.

Ακολουθώντας το συνηθισμένο πρωινό «τελετουργικό», ο Μπάμπης βρέθηκε μετά από λίγη ώρα στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής που θα τον πήγαινε έξω από την πύλη του διυλιστηρίου. Περίπου μισή δρόμος, ότι πρέπει για σκέψη, προγραμματισμό και όνειρα.

Ναι, όνειρα. Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι κάτω από τέτοιες συνθήκες ονειρεύονται. Στο λεωφορείο, στο διάλλειμα της δουλειάς, την ώρα που πίνουν τον καφέ τους ή την ώρα που ανακατεύουν με κρασί τα «αχ», τα «πότε», τα «γιατί» και τα δάκρυά τους.

Καθισμένος σε μια θέση του λεωφορείου, χωρίς να το θέλει-λες και το μυαλό ρωτάει-σκέφτηκε τη Μάνια, την καλή του. Έξι χρόνια μαζί. Έξι χρόνια ο ένας για τον άλλον. Με τα καλά και με τα δύσκολα. Με τις έντονες καταιγίδες και τις ατέλειωτες λιακάδες. Με υπομονή και θέληση και με αγάπη που έμοιαζε ανίκητη.

«Μην πας σε παρακαλώ στο διυλιστήριο», του είχε πει πριν από 4 χρόνια όταν της ανακοίνωσε πως βρήκε δουλειά στα «πετρέλαια».

«Είναι βαριά δουλειά. Άσε που είναι και επικίνδυνη. Τόσα ατυχήματα γίνονται. Δεν έχεις ακούσει τίποτα εσύ;».

«Μην ανησυχείς», της είχε πει εκείνος. «Παίρνουν μέτρα προστασίας τώρα. Δεν είναι όπως παλιά και ο μισθός είναι καλός. Άλλωστε, πώς αλλιώς θα μπορέσουμε να πάρουμε κι εκείνη τη βάρκα που λέγαμε; ¨Μάνια¨ θα τη βαφτίσουμε. Έτσι; Θα είναι γαλαζοπράσινη σαν τα μάτια σου».

«Τα ξέρω τα μέτρα προστασίας τους. Μόνο στα χαρτιά. Τα γεύτηκε κι ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου. Μήπως το ξέχασες;».

Το λεωφορείο άνοιξε τις πόρτες του. «ΣΤΑΣΗ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΟ». Καμιά εικοσαριά νοματέοι κατέβηκαν. Όλοι τους εργάτες στα «πετρέλαια». Ανάμεσά τους κι ο Μπάμπης.

«Καλημέρα ρε Κωστή! Τι κάνει ο γιος σου; Παίζετε καμιά μπαλίτσα; Παντρεύτηκε μωρέ ή ακόμα;».

«Άστα. Μας ξενύχτησε πάλι. Να βγάλει επιτέλους τα δόντια του να ηρεμήσουμε κι εμείς κι αυτός».

Οι μηχανές δούλευαν στο φουλ. Ασταμάτητα. Φόρεσαν τα κράνη τους, υπέγραψαν την ώρα προσέλευσης και ο καθένας στο πόστο του. Μηχανές και οι ίδιοι, τέλεια προγραμματισμένες με σάρκα και οστά.

Κι όμως κάτι έτρεχε. Κάτι αδιευκρίνιστο. Πλανιόταν στον, βαρύ από τη μυρωδιά των υδρογονανθράκων, αέρα και τρυπούσε τα σωθικά. Φαινόταν στα ανήσυχα μάτια των εργατών και στις νευρικές τους κινήσεις. Το΄νιωσε κι ο Μπάμπης.

«Τι έγινε μάστορα; Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε με μια μικρή ανησυχία ο Μπάμπης το Νικήτα, τον αρχιμηχανικό της βάρδιας του.

«Τίποτα μικρέ. Όσο έχεις εσύ το μάστορα δίπλα σου μη στενοχωριέσαι για τίποτα», του απάντησε χαμογελώντας ο Νικήτας.

Όμως, ακόμα και το χαμόγελό του Νικήτα, σφιγμένο και αγχωμένο έδειχνε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Νικήτα, δε με πείθεις», επέμεινε ο Μπάμπης.

Ο Νικήτας τον πλησίασε, έβγαλε το κράνος του και σκούπισε τα ιδρωμένα του μαλλιά.

«Να μωρέ. Εκείνη η γαμημένη η βαλβίδα ασφαλείας στον αγωγό του μεθανίου. Κόλλησε πάλι στη βραδινή βάρδια. Αν δεν το είχε πάρει χαμπάρι ο Γιάννης, για δύο λεπτά μιλάμε, θα είχε γίνει εδώ ολοκαύτωμα. Ευτυχώς με ειδοποίησε και τελευταία στιγμή πρόλαβα και σταμάτησα την παροχή. Γι΄αυτό είμαι ακόμα εδώ κι ούτε που ξέρω πότε θα φύγω σήμερα. Άστα. Θυμήθηκα το μεγάλο ατύχημα πριν από 10 χρόνια. Έξι άνθρωποι νεκροί και τρεις σε μόνιμη αναπηρία.  Τους είπα να σταματήσουμε την παραγωγή σ΄εκείνη τη μονάδα αλλά ούτε που να το ακούσουν. Τρέχουν οι παραγγελίες μου είπαν τα μεγάλα αφεντικά. Έκανα τώρα μια πατέντα και λειτουργεί. Δεν ξέρω όμως για πόσο. Έτσι μου΄ρχεται να σηκωθώ και να φύγω. Θα γίνει καμιά στραβή και θα το΄χω βάρος στη συνείδησή μου».

«Καλά ρε μάστορα. Δυο χρόνια τώρα ακούω γι’ αυτή τη κωλοβαλβίδα. Εφιάλτης κατάντησε. Γιατί δεν την αλλά ζουν που να πάρει η ευχή;».

«Γιατί κοστίζει μικρέ. Δεν είναι μόνο η βαλβίδα. Θέλει ξήλωμα όλος ο αγωγός και αντικατάσταση και ότι κοστίζει προκαλεί αλλεργία στα αφεντικά. Άσε που θα μειωθεί η παραγωγή στο 1/3 μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες. Και οι παραγγελίες τρέχουν».

«Κοστίζει; Μόνο οι άγκυρες στην καινούργια τους θαλαμηγό κοστίζουν περισσότερο».

«Άντε, τράβα τώρα και μη σκοτίζεσαι. Θα’ χω το νου μου κι εγώ. Να προσέχετε κι εσείς όμως. Έτσι; Άντε παλικάρι μου. Καλή δύναμη. Κι ο Θεός βοηθός».

Την τελευταία παράκληση, ο Μπάμπης δεν την άκουσε. Ο Νικήτας την είπε ψιθυριστά. Σχεδόν αθόρυβα…

Εν τω μεταξύ, στα κεντρικά γραφεία των ιδιοκτητών του διυλιστηρίου, στον τελευταίο όροφο έφτανε στο τέλος της η έκτακτη συνεδρίαση του ΔΣ. Η βλάβη στη βαλβίδα με ότι μπορούσε να ακολουθήσει θορύβησε πάρα πολύ τους ιδιοκτήτες. Ακούστηκαν κάποιες προτάσεις για σταμάτημα της λειτουργίας της προβληματικής μονάδας και άμεση έναρξη εργασιών αποκατάστασης, μπροστά στον διαφαινόμενο κίνδυνο ενός ατυχήματος με απρόβλεπτες συνέπειες.

Τα μεγάλα αφεντικά τις απέρριψαν. Τα διαφυγόντα κέρδη θα ήταν μεγάλα. Τις παραγγελίες θα τις έπαιρναν άλλοι και οι εποχές δεν σήκωναν τέτοια ρίσκα.

Ο κύβος ερρίφθη. Η λειτουργία θα συνεχιζόταν με δύο αρχιμηχανικούς σε κάθε βάρδια για καλύτερη εποπτεία και άμεση, αν χρειαζόταν, αντίδραση.

Όλα αυτά μέχρι που χτύπησε το κινητό του προέδρου. Αυτό που άκουσε τον έκανε να χάσει προς στιγμήν τη λαλιά του.

«Ανοίξτε την τηλεόραση να δούμε. Έγινε έκρηξη στο διυλιστήριο», είπε με παγωμένη φωνή.

«Μόλις πριν από λίγο σημειώθηκε έκρηξη στο διυλιστήριο. Οι πρώτες πληροφορίες, κάνουν λόγο για 4 νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Για κάθε νεώτερο θα διακόπτουμε τη ροή του προγράμματος με έκτακτες συνδέσεις», είπε ο εκφωνητής του καναλιού.

«Πάρτε τους τηλέφωνο και πείτε τους να το τρενάρουν όσο μπορούν. Ειδοποιείστε να ετοιμάσουν το αεροπλάνο. Φεύγουμε για Ζυρίχη»,διέταξε ο πρόεδρος και σηκώθηκε από την καρέκλα του βρίζοντας.

Η έκρηξη ήταν τόσο μεγάλη που συγκλόνισε την περιοχή γύρω από το διυλιστήριο. Μαύροι καπνοί άρχισαν να καλύπτουν τον ουρανό. Κόσμος πολύς άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται έξω από το εργοστάσιο. Η πυροσβεστική και τα πρώτα ασθενοφόρα άρχισαν να καταφτάνουν μαζί με τους συγγενείς των εργατών που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές.

Το διυλιστήριο, σταμάτησε τη λειτουργία του. Το νέο μαθεύτηκε και στα άλλα διυλιστήρια της ευρύτερης περιοχής. Η αντίδραση των εργαζομένων σ΄αυτά ήταν άμεση. Κατέβασαν τις διακόπτες, παράτησαν τα κράνη τους και με κάθε μέσο προσπαθούσαν να φτάσουν στον τόπο του ατυχήματος.

«Δεν ήταν ατύχημα. Ήταν φόνος εκ προμελέτης» ακούστηκε δυνατά μια φωνή έξω από την πύλη του διυλιστηρίου.

Στους γύρω δρόμους επικρατούσε πραγματικό κομφούζιο. Δημοσιογράφοι και τηλεοπτικά συνεργεία προσπαθούσαν να πλησιάσουν αλλά ήταν σχεδόν αδύνατο να το καταφέρουν.

Το τηλέφωνο της κυρά-Μυρσίνης, της μάνας του Μπάμπη, χτυπούσε επίμονα.

«Ποιος να΄ναι τέτοια ώρα; Θα μου καεί το φαΐ», μονολόγησε καθώς σήκωνε το τηλέφωνο.

Ήταν η Μάνια. Με τρεμάμενη φωνή της ανακοίνωσε το δυσάρεστο. Το ακουστικό της έπεσε από τα χέρια. Μάταια προσπαθούσε η Μάνια, φωνάζοντας, να επικοινωνήσει μαζί της.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέρασε από την κουζίνα, έσβησε το φαγητό, έβαλε στην τσάντα της μια φωτογραφία του γιου της και βγήκε σα χαμένη από το σπίτι.

Πλέον, όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με τον τόπο του ατυχήματος. Μαρτυρίες διάφορες από παρευρισκόμενους έδιναν κι έπαιρναν.

Άρχισαν και οι πρώτες δηλώσεις κυβερνητικών αξιωματούχων.

Εργαζόμενοι από άλλα διυλιστήρια έφταναν σιγά-σιγά και η φράση «κάτι πρέπει να κάνουμε», έτρεχε από στόμα σε στόμα.

«Γενική απεργία», «Κατάληψη παντού», «Να λογοδοτήσουν οι ένοχοι», ήταν μερικές από τις κραυγές οργής που άρχισαν να ακούγονται.

«Κάντε στην άκρη να περάσουν οι πυροσβέστες», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το διυλιστήριο.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς, πυροσβέστες κουβαλούσαν σε φορεία εργάτες μέσα από τον τόπο του ατυχήματος. Κανείς δεν μπορούσε ακόμα να ξέρει αν ζούσαν ή είχαν πεθάνει.

Μια αλαφιασμένη ηλικιωμένη γυναίκα, κρατώντας μια φωτογραφία στον κόρφο της προσπαθούσε σπρώχνοντας και φωνάζοντας να πλησιάσει στην πύλη.

«Αφήστε να περάσω. Είναι ο γιος μου εκεί μέσα. Κάντε στην άκρη σας λέω».

Οι πυροσβέστες άφησαν τα φορεία έξω από την πύλη, δίπλα στα ασθενοφόρα και ξαναμπήκαν μέσα.

Η κυρά-Μυρσίνη επιτέλους έφτασε κοντά. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο ακριανό φορείο. Τρικλίζοντας, με τα χέρια κατεβασμένα, κρατώντας σφιχτά στο ένα της χέρι τη φωτογραφία, έφτασε κοντά στο φορείο.

Κανείς μέχρι τότε δεν είχε ξανακούσει τέτοια κραυγή, σαν αυτή που έβγαλε η δόλια η μάνα, αντικρίζοντας πάνω στο φορείο τον μισοκαμένο γιο της.

Όλοι σώπασαν για να ακούσουν το μοιρολόι της.

«Κόκκινο γαρούφαλλό μου/γιατί μ΄άφηκες;

 Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες.

 Γω σε πότιζα με δάκρυ/και μαράθηκες».

Ένα χέρι ένιωσε να την ακουμπά και να προσπαθεί να τη σηκώσει. Η Μάνια, μάταια προσπαθούσε, κλαίγοντας κι εκείνη, να την απομακρύνει.

Η κυρά_Μυρσίνη, σκούπισε τα δάκρυά της, άφησε τη φωτογραφία πάνω στο νεκρό παιδί της και σηκώθηκε όρθια.

«Ένα μόνο θέλω γιε μου. Να είσαι ο τελευταίος», είπε και απομακρύνθηκε στηριζόμενη στον ώμο της Μάνιας.

Πλέον, ούτε έβλεπε ούτε άκουγε τους ανθρώπους γύρω της. Άλλοι έβριζαν, άλλοι σκορπούσαν απειλές και κατάρες. Εκείνη πλέον δε ζούσε. Μόνο ανέπνεε.

Η κυρά-Μυρσίνη, πέθανε μαζί με το γιο της…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: