καράβι κόκκινο

τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά

  • Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

  • Γιάννης Ρίτσος

    Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

  • κώστας βάρναλης

    Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι; ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 20.10.1973

  • ------------------------------- Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα. Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί; Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα! Και κέρδισε μονάχος το ψωμί -------------------------------- -------------------------------- ''Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρής. Όπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί''
  • κομαντάντε Μάρκος

  • «Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, ασιάτης στην Ευρώπη, αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, γύφτος στην Πολωνία, ειρηνιστής στη Βοσνία, Εβραίος στη Γερμανία, μια γυναίκα μόνη στο Μετρό τα ξημερώματα, με άλλα λόγια ο Κομαντάτε Μάρκος είμαστε εμείς, το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη»
  • μπερτολντ μπρεχτ

    Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος και είπα ευθύς: “μ’αρέσει ο νόμος τους” Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή. Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους. και σαν με ρώτησαν “σε διασκεδάζει;” είπα “πολύ”! Κι από την ώρα εκείνη, λέω “ναι” σε όλα, κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω. Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα, ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα, μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα: “καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!” Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!” Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές, μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!” Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

  • Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας

    Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να ' ναι : γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί Θα μοιραστεί την ήττα . Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει : γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί .
  • εγκώμιο στον κομμουνισμό – μπέρτολτ μπρέχτ

    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει.
  • οι δικαστές

    Να οι κύριοι δικαστές τους λέμε οι καταπιεστές πως δίκαιο είναι τον λαό τι συμφέρει μα αυτοί δεν ξέρουν ποιο είναι αυτό κι έτσι δικάζουν στο σωρό μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι
  • ———–

    Εχουνε νομικά βιβλία και διατάγματα Εχουνε φυλακές και οχυρώσεις Εχουνε δεσμοφύλακες και δικαστές Που παίρνουνε πολλά λεφτά κι έτοιμοι για όλα είναι. Μπ. Μπρεχτ
  • ———————

    "Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ο Χίτλερ φυλάκιζε ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου"
  • ========================

    Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς. Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Λες: Πολύ καιρό έλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Έλπιζες τi; Πως ο αγώνας θαν’ εύκολος; Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα. Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε. Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του. Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση. Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.
  • Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους

    Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; έχουνε κιόλας φάει. Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί γι' αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν. Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν.
  • che

    Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.

  • Αξίζει για ένα όνειρο να ζεις, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
  • pablo neruda

    όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

  • από το Canto general

    Μπορεί να κόψουν όλα τα λουλούδια, αλλά δεν θα γίνουν ποτέ αφέντες της Άνοιξης
  • κ. καβάφης

    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
  • κωστής παλαμάς

    Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά κλέφτες κι απελάτες και προδότες. Τους μισούν οι βασιλιάδες κι όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλληκάρια κι είναι μες στους κοιμισμένους οι στρατιώτες…” Κ . Παλαμάς στο Δωδεκάλογο του Γύφτου.
  • διαμοιρασμός του blog

    Bookmark and Share
  • διαχείριση

  • on line επισκέπτες

  • ημερολόγιο άρθρων

    Μαρτίου 2015
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Φεβ.   Απρ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    3031  
  • Εγγραφή

Κίτρινο ξημέρωμα

Posted by redship στο 5 Μαρτίου , 2015


αναδημοσίευση από  σ.ε.εν εργατική αλληλεγγύη

 

Θα σου πω μια ιστορία απ’ τα σπλάχνα της ΔΕΗ. Να μάθεις πως είναι.

 

Κωνσταντίνος Γ. Παπαπρίλης Πανάτσας
«Έχεις ακούσει για το κίτρινο ξημέρωμα; Για το πώς σε τρώει η τέφρα από μέσα; Πώς σουλατσάρει στα σωθικά σου, πως μπογιατίζει τα πνευμόνια σου; Έχεις ακούσει για τις σκιές που τρέχουν, μέρα μεσημέρι στα λιγνιτωρυχεία; 

… 

«Φόρα τη μάσκα σου.» 
Θυμάμαι να του το φωνάζω σαν τρελλός. Πρώτη μέρα που τον είδα με την χακί φόρμα. Μία, δύο, δέκα. Τον κυνήγησα είκοσι μέτρα, μ’ άφησε να τον προφτάσω, του ‘ριξα ένα σκαμπίλι στο σβέρκο, την έβαλε. 
Δεν είναι δυνατόν να τον έχω μεγαλώσει τόσο στραβά. Δεν είναι. Αλλά θα μου πεις, όλα του τα ‘δωσα, μισθός ΔΕΗτζή, πώς να μην του τα δώσω; 


Και το ‘λεγαν. Βράζει το χώμα εκεί. Ο τόπος όλος χτίζεται στην κόλαση επάνω. Ο λιγνίτης είναι ό,τι μένει απ’ τα καζάνια της.  
Ευχή και κατάρα λοιπόν. 
Ευχή για το τουρκοχώρι με τις λάσπες, το Καϊλάρι που γίνηκε Πτολεμαΐδα, μεγάλη και τρανή, που ‘χει κατοίκους με πρησμένες τσέπες. Κατάρα, για ένα οροπέδιο που το ξεπλένει η σκόνη. Η σκόνη εκείνη, που τρυπώνει στα σωθικά κι όταν βαριέται τη ζεστασιά τους, τα κατατρώει. 
Να τ’ ανοίξει τρύπες.    

Όταν μας άνοιξαν τα σύνορα ξανά, τρέξαμε για θέσεις. Οι πολιτικοί πρόσφυγες, τα παιδιά των αριστερών, τα παιδιά μιας θύελλας καταραμένης, είχαμε την ευκαιρία μας. Κι όταν τα κτίρια με τον κεραυνό ζητήσαν γνωστικούς και σπουδαγμένους, το ανατολικό μπλοκ μας είχε εφοδιάσει. 
Στην Τσεχοσλοβακία, τα σχολεία ήταν ανοιχτά τόσο, ώστε ν’ ανοίξει και το κεφάλι όσων περνούν τις πόρτες τους. 
Διαγωνισμός για μηχανολόγους λοιπόν. Για δέκα θέσεις που προκήρυξαν, πέρασα έβδομος. Στους τέσσερις χιλιάδες. Χακί φόρμα, γραφείο στον πύργο ελέγχου, βάρδια στη ΔΕΗ. Σπίτι στην πρωτεύουσα της Εορδαίας με την τρυπημένη γη και καλή αρχή. 

Από την πρώτη μέρα το καταλαβαίνεις. 
Καμία πόρτα δεν σταματά την σκόνη, καμιά καθαρίστρια δεν την κρύβει, κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την αίσθηση να καθαρίζεις την μύτη σου απ’ την τέφρα. Χαρτομάντιλο και μαύρη μύξα. Ήταν η μέρα που έμαθα, πως σαν τελειώνω, θα ξοδεύω μιάμιση ώρα στον νιπτήρα. 
Ήταν κι αυτή η βάρδια η διαβολεμένη. 
Ο λευκός διακόπτης στον τοίχο σου, πρέπει να ανοίγει όταν τον θες. Έτσι κι η ΔΕΗ, δεν ξέρει από μέρες και νύχτες, γιορτές κι αργίες. 
Το ρολόι μου, αυτό του σώματος, το χάλασα νωρίς. Πρωί, απόγευμα, νύχτα, ρεπό. Και πάλι απ’ την αρχή. Πώς να συνηθίσεις τέτοιον ύπνο; Οχτώ ώρες σκόνη, οχτώ ώρες ύπνος, οχτώ ώρες ζαλισμένος. 

Μια πόλη με χακί ανθρώπους. Μ’ ανθρώπους που έμαθαν πως τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια, πάντα θα γίνονται πιο κίτρινα απ’ τον αέρα της αυγής, τον αέρα της απελευθέρωσης ρύπων. Ανθρώπους που κυκλοφορούν νυσταγμένοι, πριν και μετά τη βάρδια, μ’ ένα χάρτινο κουτί γάλα στο χέρι. Αυτό τους είπαν, κι αυτό έκαμναν. Δώστε γάλα στους εργαζομένους, τους κάνει καλό μετά από τόση σκόνη. 

Η Πτολεμαΐδα είναι άσχημη. Φτιαγμένη από ανάγκη, στα γρήγορα, μπετό κόντρα μπετό. Μα οι άνθρωποί της… Οι άνθρωποί της ζουν τις μέρες τους δοξάζοντάς τις. Μια πόλη που τη νύχτα ντύνεται πανηγύρι, να τη ζήσει, να της ρουφήξει το μεδούλι και τ’ αστέρια, που φαίνονται αλλιώς στο κίτρινο πέπλο που πήρε για προίκα.  


Τα χρόνια έτρεξαν. Η σκόνη σκαρφάλωνε, αγόρασα σπίτι δικό μου, τ’ αγόρια μεγάλωναν, ό,τι χρειάστηκαν το είχαν. Οι ανάσες μου βάραιναν μόνο. Ανάθεμά με, δεν κόβω και το τσιγάρο. Ένα φουγάρο με πόδια, κάτω από μεγαλύτερα φουγάρα μ’ άσπρες και κόκκινες ρίγες, να τα βλέπουν τ’ αεροπλάνα. Στις άδειες του καλοκαιριού, έψαχνα θάλασσα, να γεμίζω αρμύρα το στήθος. Έβαλα κάτω τα πενηντάρικα που αφήνω πια στον πνευμονολόγο. Δες τον αριθμό που φτιάχνουν και μετά μίλα μου για ευχές και κατάρες του λιγνίτη. 
Τέτοια είναι η δική μας ηλεκτροπληξία.

Κι ύστερα… 
Ύστερα ήρθε η κρίση. 
Ήρθαν εκείνοι που αποφάσισαν πως παίρνουμε πολλά. Πως τα ορυχεία είν’ εύκολα, πως η λάσπη βγαίνει απ’ τα ρούχα εξίσου εύκολα, πως οι ΔΕΗτζήδες είναι κείνες με τα ταγιέρ πίσω απ’ τα ταμεία. Πως τα δικά μου γεράματα, θα ‘ναι ίδια μ’ όλων που δούλεψαν. Ο μισθός έμεινε μισός, το εφάπαξ αγνοείται, η σύνταξη ένα στοιχειό που κυνηγάς να παγιδέψεις. Όλα όσα μου ‘ταξαν ν’ ανταλλάξω με τους γιατρούς, σαν φτάσω στα εξήντα. 

Κι ήρθαν τα δίμηνα. Εφεύρεση των πολιτικάντηδων. Να εξυπηρετούν ρουσφέτια τοπικά, με ώρες εργασίας στ’ ορυχείο. Δουλειά του ποδιού στα χρόνια της ανεργίας.
Πήγε κι έκανε τα χαρτιά του ο βλάκας. Βαρέθηκε, λέει, να με βλέπει να τον λυπάμαι που πάει στράφι το πτυχίο. Ήθελε να με βοηθήσει πριν βγω στη σύνταξη. 

Τον πήρανε γαμώτο. Τον πήρανε. 
Δυο μήνες τώρα, τον βλέπω να κυκλοφορεί στα ορυχεία, χωρίς μάσκα στο στόμα, μάγκας όπως και του λόγου μας, στα νιάτα που περάσαν. Δίπλα στις ταινίες μεταφοράς του λιγνίτη. Βάφεται η μούρη του με κάρβουνο και το ‘χει για παιχνίδι. 
Εσύ που μ’ ακούς, να το θυμάσαι, το γκρίζο από το κάρβουνο, είναι τ’ αληθινό χρώμα του πολέμου. 

Ρε δεν τον θέλω εδώ μέσα. 
Ξέρεις τι θα κάνω; Και μη με κατηγορείς. Θ’ αφήσω τις εξετάσεις μου στον καθρέπτη.  
Είναι ευγενικός. 
Και την ξέρει καλά τη Σαλονίκη. 
Θα με πάει αυτός στο Θεαγένειο.»
Φωτογραφίες: Γρηγόρης Δάλλης
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: