καράβι κόκκινο

τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά

  • Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

  • Γιάννης Ρίτσος

    Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

  • κώστας βάρναλης

    Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι; ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 20.10.1973

  • ------------------------------- Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα. Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί; Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα! Και κέρδισε μονάχος το ψωμί -------------------------------- -------------------------------- ''Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρής. Όπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί''
  • κομαντάντε Μάρκος

  • «Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, ασιάτης στην Ευρώπη, αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, γύφτος στην Πολωνία, ειρηνιστής στη Βοσνία, Εβραίος στη Γερμανία, μια γυναίκα μόνη στο Μετρό τα ξημερώματα, με άλλα λόγια ο Κομαντάτε Μάρκος είμαστε εμείς, το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη»
  • μπερτολντ μπρεχτ

    Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος και είπα ευθύς: “μ’αρέσει ο νόμος τους” Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή. Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους. και σαν με ρώτησαν “σε διασκεδάζει;” είπα “πολύ”! Κι από την ώρα εκείνη, λέω “ναι” σε όλα, κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω. Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα, ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα, μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα: “καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!” Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!” Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές, μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!” Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

  • Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας

    Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να ' ναι : γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί Θα μοιραστεί την ήττα . Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει : γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί .
  • εγκώμιο στον κομμουνισμό – μπέρτολτ μπρέχτ

    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει.
  • οι δικαστές

    Να οι κύριοι δικαστές τους λέμε οι καταπιεστές πως δίκαιο είναι τον λαό τι συμφέρει μα αυτοί δεν ξέρουν ποιο είναι αυτό κι έτσι δικάζουν στο σωρό μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι
  • ———–

    Εχουνε νομικά βιβλία και διατάγματα Εχουνε φυλακές και οχυρώσεις Εχουνε δεσμοφύλακες και δικαστές Που παίρνουνε πολλά λεφτά κι έτοιμοι για όλα είναι. Μπ. Μπρεχτ
  • ———————

    "Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ο Χίτλερ φυλάκιζε ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου"
  • ========================

    Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς. Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Λες: Πολύ καιρό έλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Έλπιζες τi; Πως ο αγώνας θαν’ εύκολος; Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα. Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε. Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του. Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση. Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.
  • Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους

    Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; έχουνε κιόλας φάει. Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί γι' αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν. Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν.
  • che

    Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.

  • Αξίζει για ένα όνειρο να ζεις, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
  • pablo neruda

    όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

  • από το Canto general

    Μπορεί να κόψουν όλα τα λουλούδια, αλλά δεν θα γίνουν ποτέ αφέντες της Άνοιξης
  • κ. καβάφης

    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
  • κωστής παλαμάς

    Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά κλέφτες κι απελάτες και προδότες. Τους μισούν οι βασιλιάδες κι όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλληκάρια κι είναι μες στους κοιμισμένους οι στρατιώτες…” Κ . Παλαμάς στο Δωδεκάλογο του Γύφτου.
  • διαμοιρασμός του blog

    Bookmark and Share
  • διαχείριση

  • on line επισκέπτες

  • ημερολόγιο άρθρων

    Ιουνίου 2014
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Μάι.   Αυγ. »
     1
    2345678
    9101112131415
    16171819202122
    23242526272829
    30  
  • Εγγραφή

αγύριστο κεφάλι ….. ο άλκης αλκαίος που γνώρισα

Posted by redship στο 7 Ιουνίου , 2014


 

 

από τον ριζοσπάστη

 

 

Η ζώσα μνήμη του Αλκη Αλκαίου

 

Οπως τον γνώρισε ο Μίλτος Πασχαλίδης

 

Ο Αλκης Αλκαίος
Ανθρωπος καλλιεργημένος και ευαίσθητος, που διακρινόταν για το ταλέντο αλλά και τη μεγάλη του ευγένεια, ο Αλκης Αλκαίος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς των τελευταίων χρόνων στο ελληνικό τραγούδι, καταφέρνοντας να τυλίξει τη δημιουργική ζωή του – έως την τελευταία στιγμή – με τα πολύτιμα νήματα της ποίησής του. Με όλες τις δυσκολίες της ζωής, επέμενε να μεταπλάθει όνειρα, αγωνίες, σε στίχους, μετρώντας – σμιλεμένα με το πηγαίο ταλέντο του και την ανεξάντλητη ευαισθησία του – περισσότερα από 150 τραγούδια. Ο Αλκης Αλκαίος, κατά κόσμον Βαγγέλης Λιάρος, στράφηκε προς το σκοτάδι (10/12/12), σε ηλικία 63 χρόνων.

 

Δύο χρόνια μετά, ο φίλος και συνεργάτης του Μίλτος Πασχαλίδης, που ξέρει να μας εκπλήσσει πάντα ευχάριστα, μοιράζεται μαζί μας ένα βιβλίο – αφιέρωμα στη σχέση του με τον Αλκη Αλκαίο. «Αλκης Αλκαίος – Αγύριστο κεφάλι» (εκδόσεις «Λιβάνη»). Ιστορίες που ξέρει, που έζησε μαζί του από το 1996 που τον γνώρισε μέχρι το 2012 που «έφυγε». Ηταν φίλος του και ήθελε να πει μερικές από τις ιστορίες τους ξεκαθαρίζοντας εξ αρχής ότι «δεν είναι μια βιογραφία του Αλκη Αλκαίου. Ετσι κι αλλιώς, δεν αισθάνομαι ούτε ικανός ούτε αρμόδιος να τη γράψω. Εδώ είναι αυτά που είδα, αυτά που είπαμε κι αυτά που μου επέτρεψε ο ίδιος να ξέρω για εκείνον. Η ζώσα μνήμη του Αλκη εντός μου».

 

 

Τα ωραία βιβλία δίνουν την ευκαιρία της «συνάντησης», που την έχουμε ανάγκη, στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Το να «κοινωνείς» την επαφή και την επικοινωνία είναι ευκαιρία, που δε σου χαρίζεται, αλλά την επιλέγεις. Και το συγκεκριμένο βιβλίο έχει διπλή αξία. Αφενός γιατί αναφέρεται στον σπουδαίο αυτόν καλλιτέχνη, που «έφυγε» νωρίς έχοντας δημιουργήσει ποιητικά διαμάντια, αλλά παράλληλα έχοντας πονέσει πολύ και αφετέρου γιατί πρόκειται για ένα αφήγημα πλούσιο σε πληροφορίες, για το έργο και τη ζωή του, πλούσιο σε εικόνες, συναισθήματα, αλήθειες και, ναι… κάτω από τις λέξεις υπάρχει μια μουσική που σε ταξιδεύει. Ο Μίλτος Πασχαλίδης, είτε μέσα από τα τραγούδια του, είτε μέσα από τις μυθοπλαστικές δημιουργίες του («Δύο νύχτες στο Σαράντι» και «Ο επόπτης»), είτε μέσα από το ντοκουμέντο, καταφέρνει να σε κερδίσει. Η γραφή του διακρίνεται από μια εσωτερικότητα, αλλά και μια εξωστρέφεια, από έναν ψυχισμό αλλά και μια λυρικότητα. 

 

«

 

 

Με καλωσόρισε, μου έσφιξε γερά το χέρι και με συνόδεψε στο σαλόνι. Περπατούσε παράξενα, σχεδόν χορευτικά, σχεδόν κωμικά. Δεν μπορώ να το περιγράψω ακριβώς, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο βάδισμα. Εσερνε ελαφρά το ένα πόδι και με το άλλο έκανε μικρά άλματα, μέχρι να φτάσει στην καρέκλα του. Στιγμές τον ένιωθες να μετεωρίζεται, φοβόσουν ότι θα πέσει. Δεν έπεφτε. Ούτε στηριζόταν κάπου. Δεν ξέρω αν είχε συνηθίσει πια να μη στηρίζεται ή αν δεν καταδεχόταν να στηριχτεί πουθενά. Ισως και τα δύο. Ολες οι κινήσεις του είχαν τη δική τους προσωπική γεωμετρία, σαν να είχε επανασχεδιάσει το χώρο γύρω του. `Η σαν να τον είχε επανεφεύρει. Επιανε το γυάλινο ποτήρι με δύο ή τρία δάχτυλα, δάχτυλα πουλιού, μακριά, λεπτά, γαμψά απ’ την πάθηση. Οταν έστρεφε το βλέμμα, έστριβε όπως οι λύκοι, ολόκληρος, σαν ανθρώπινο περισκόπιο. Γι’ αυτό και σε κοίταζε πάντα «αφ’ υψηλού», αλλά χωρίς την παραμικρή έπαρση, απλώς γιατί έτσι είχε αποφασίσει ο λαιμός του: Να ψηλώνει διαρκώς για να νικήσει τη δυσκαμψία του αυχένα. Οταν μιλούσε με πάθος, δηλαδή σχεδόν πάντα, τεντωνόταν προς τα πίσω τόσο, που κολλούσε την πλάτη στο κάθισμα, λες και ήταν έτοιμος να εκτοξευτεί προς τα πάνω, μαζί με τις λέξεις του. Είναι απ’ τις ελάχιστες φορές που η υπερβολή «δεν πίστευα στα μάτια μου» παύει να είναι υπερβολή. Αυτός ο τύπος, σχεδόν τριάντα χρόνια εθελούσια αποκλεισμένος σε δυο δωμάτια, ένα στην Κάτω Κηφισιά και ένα στην Πάργα, μου είχε ανοίξει παράθυρα σ’ όλο τον κόσμο. Με είχε πάει στη Γη των Βησιγότθων, στο Μεξικό, στο Κατμαντού, στο Μετς και στο Πόρτο Ρίκο, μαζί είχαμε στήσει οδοφράγματα στο Παρίσι το Μάη του ’68, είχαμε ανέβει με κάρο μαζί με την Ρόζα Λούξεμπουργκ, σαλπάραμε στο τσούρμο του Σεβάχ, από το Ταζ Μαχάλ ως το Ντεπό κι από την Πάργα στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο».

 

Στο χωρισμένο σε 14 κεφάλαια (και με ένα επίμετρο στο τέλος) βιβλίο, ο Μίλτος Πασχαλίδης σαν εικαστικός χτίζει το ψηφιδωτό της μνήμης, σαν μουσικός απλώνει τις νότες μιας ζωής που γίνονται τραγούδι, ξετυλίγει το νήμα αληθινών περιστατικών καταφέρνοντας να αγγίξει την ψυχή του αναγνώστη. Με ευαισθησία και ανθρωπιά μιλάει για το πρόβλημα της υγείας του… «Ο Αλκης έπασχε από σπονδυλαρθρίτιδα. Μου το είπε κάποια στιγμή που θεώρησα κατάλληλη να τον ρωτήσω, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, όταν ήμουν πλέον βέβαιος ότι η σχέση μας δεν κινδύνευε από δύσκολες ερωτήσεις. Το έθεσα ακαριαία και σχεδόν αδιάφορα, σαν να ρωτούσα τι καιρό νομίζει ότι θα κάνει αύριο. Απάντησε στον ίδιο ακριβώς τόνο. Με τρεις λέξεις-γλωσσοδέτες. «Ρευματοειδή και αγκυλωτική σπονδυλαρθρίτιδα». «Το είχες από παιδί;» πίεσα λίγο παραπάνω τη συζήτηση. «Οχι. Η υγεία μου επιδεινώθηκε ραγδαία στη χούντα». Μου δέθηκε η γλώσσα κόμπος. Η λέξη που άρχισε να αναβοσβήνει σαν κόκκινο φωτάκι στο μυαλό μου ήταν: βασανιστήρια. Υστερα, η μια λέξη έφερε την άλλη. Δεν το έκανα επίτηδες, οι συνειρμοί μου είναι συνήθως ακούσιοι και ακατάσχετοι. Προκρούστης, φάλαγγα, Σίνης ο Πιτυοκάμπτης, ηλεκτροσόκ. Λέξεις – κόκκινα φωτάκια, αμείλικτα».

 

Από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου η περιγραφή της σεμνής αγωνιστικής του δράσης, για την οποία ο ίδιος δεν μίλαγε ποτέ. Ο Μίλτος όμως το έψαξε. Εμαθε και το κατέγραψε δίνοντας ολοκληρωμένα πια την προσωπικότητα ενός αγωνιζόμενου ανθρώπου, που το όπλο του αγώνα του το μετέτρεψε σε ποιητικά σύμβολα αγώνα… «Ο Αλκης έπιασε δουλειά ως ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του θείου του, αδερφού της μητέρας του, Ζήκου Ντίνου. Ο Ζήκος Ντίνος ήταν κομμουνιστής, η χούντα τον έστειλε εξορία, γύρισε το 1970 και άνοιξε το δικηγορικό του γραφείο (Πανεπιστημίου 46, Β’ όροφος), στο οποίο παράλληλα συστεγαζόταν και ένας τομέας του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ. Ο Αλκης συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα. Με την ομάδα του έκρυβαν τους κυνηγημένους σε υπόγεια, τους φρόντιζαν και τους φυγάδευαν στο εξωτερικό. Συνελήφθη το καλοκαίρι του ’72, κρατήθηκε και βασανίστηκε άγρια για πέντε μήνες, πρώτα στην Μπουμπουλίνας και ύστερα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Δε μίλησε… Κι όταν η ανάγκη γίνεται Ιστορία, τότε η ιστορία γίνεται σιωπή. Μπήκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ όρθιος και βγήκε με φορείο. Σακατεμένος. Για πολύ καιρό ήταν κατάκοιτος και τον τάιζαν με καλαμάκι. Κάποια στιγμή συνήλθε κάπως και επέστρεψε στην ενεργό δικηγορία. Εντάχθηκε στο Κόμμα, στην Οργάνωση των δικηγόρων, και παρέμεινε ενεργό μέλος για πολλά χρόνια. Από το ’74 και μετά άρχισαν τα μεγάλα προβλήματα. Η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία… Το πάλεψε όσο μπορούσε. Για ένα διάστημα επέστρεψε και στη μάχιμη δικηγορία. Εφυγε απ’ το γραφείο του θείου του και άνοιξε δικό του, στη Βερανζέρου. Παρέμεινε ανοιχτό μέχρι το ’84. Μετά δεν μπορούσε άλλο. Οχι να δικηγορήσει, καλά καλά ούτε να σταθεί όρθιος για πολλή ώρα. Οι πόνοι ήταν αφόρητοι. Ηταν τότε λοιπόν που ξεκίνησε η καινούργια του εξορία, η εξορία του κλειστού δωματίου, όπως σπαραχτικά την περιγράφει στο «Σαράκι του Ρεμπώ»:

 

[…] τέσσερις τοίχοι η καινούργια μου εξορία.

Δε φταις εσύ, δε λέει συγγνώμη ο κεραυνός».

 

Στο cd που συνοδεύει το βιβλίο υπάρχουν τρία ανέκδοτα τραγούδια του Αλκη Αλκαίου σε μουσική του Μίλτου Πασχαλίδη, αλλά και ανέκδοτα σχεδιάσματα από παλαιότερες συνεργασίες τους, όπως το πρώτο σχεδίασμα του τραγουδιού «Το σαράκι του Ρεμπώ». Για το ανολοκλήρωτο «Ηπειρώτικο» του Αλκη Αλκαίου, γράφει ο Μίλτος Πασχαλίδης: «Αυτό το κομμάτι υπήρχε καταγεγραμμένο μόνο στο μυαλό μου. Δεν έχω το χειρόγραφο – τι έκπληξη! – και δεν είχα κάνει καμία πρόχειρη καταγραφή ούτε των στίχων ούτε της μουσικής. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης, από ένα τετράστιχο, δεν μπορούσα να θυμηθώ τον τελευταίο στίχο. Ακόμα δεν τον θυμάμαι. Ρώτησα την Ελένη και τον Γρηγόρη αν το βρήκαν στις σημειώσεις ή στα χειρόγραφά του, τίποτα. Αφηρημένος, είπα να πάρω τον Αλκη τηλέφωνο να μου τον ξαναπεί. Και τότε συνειδητοποίησα δύο πράγματα. Πρώτον: Για το υποσυνείδητό μου ο Αλκης είναι ακόμα εδώ. Δεύτερον: Το αμετάκλητο γεγονός ότι ο Αλκης δεν είναι πια εδώ. Και πένθησα αληθινά, ετεροχρονισμένα, σχεδόν ένα χρόνο μετά. Το στίχο που έλειπε τον συμπληρώσαμε με τον Οδυσσέα. Ελπίζω να μη φάμε καμία κατσάδα άνωθεν».

 

«Σ’ ένα γεφύρι πέτρινο θα χτίσω την καρδιά μου, όταν περνάς τον ποταμό ν’ ακούς τον αναστεναγμό και τα παράπονά μου. Το δέντρο κρύβει το πουλί, τ’ αγρίμι τ’ άγρια δάση και συ αγρίμι και πουλί ό,τι γυρεύεις στη ζωή το έχεις προσπεράσει. Σ’ ένα λευκό πουκάμισο θα ράψω τα φτερά μου, όταν διψάς για ουρανό να το φοράς και να πετώ μέσα στα όνειρά μου».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: