καράβι κόκκινο

τα μαύρα τα μαλλιά μας και αν ασπρίσαν δεν μας τρομάζει η βαρυχειμωνιά

  • Ε, το λοιπόν, ο,τι και να είναι τ’ άστρα, εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω. Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει. Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε

  • Γιάννης Ρίτσος

    Να με θυμόσαστε - είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια, για να φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια. Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

  • κώστας βάρναλης

    Δε λυπάμαι τα γηρατειά που φεύγουν - τα μωράκια που έρχονται άθελά τους να ζήσουν σκλάβοι, να πεθάνουν σκλάβοι, σ' έναν κόσμο ελεύθερων αφεντάδων. Θα τους μαθαίνουν: η σκλαβιά τους χρέος εθνικόν και σοφία του Πανάγαθου!... Πότε θ' αναστηθούν οι σκοτωμένοι; ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗΣ 20.10.1973

  • ------------------------------- Την πόρτα αν δεν ανοίγει, τη σπαν, σας είπα. Τι στέκεστε, τι γέρνετε σκυφτοί; Λαέ σκλάβε, δειλέ, ανανιώσου, χτύπα! Και κέρδισε μονάχος το ψωμί -------------------------------- -------------------------------- ''Aν το δίκιο θες, καλέ μου, με το δίκιο του πολέμου θα το βρής. Όπου ποθεί λευτεριά, παίρνει σπαθί''
  • κομαντάντε Μάρκος

  • «Ο Μάρκος είναι γκέι στο Σαν Φρανσίσκο, μαύρος στη Νότια Αφρική, ασιάτης στην Ευρώπη, αναρχικός στην Ισπανία, Παλαιστίνιος στο Ισραήλ, γύφτος στην Πολωνία, ειρηνιστής στη Βοσνία, Εβραίος στη Γερμανία, μια γυναίκα μόνη στο Μετρό τα ξημερώματα, με άλλα λόγια ο Κομαντάτε Μάρκος είμαστε εμείς, το πρόσωπο του κάθε καταπιεσμένου ανθρώπου πάνω στον πλανήτη»
  • μπερτολντ μπρεχτ

    Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός και να που σήμερα μου δείξανε τον κόσμο τους μόνο το ματωμένο δάκτυλό τους είδα μπρος και είπα ευθύς: “μ’αρέσει ο νόμος τους” Τον κόσμο αντίκρυσα μέσ’απ’ τα ρόπαλά τους Στάθηκα κι είδα, ολημερίς με προσοχή. Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους. και σαν με ρώτησαν “σε διασκεδάζει;” είπα “πολύ”! Κι από την ώρα εκείνη, λέω “ναι” σε όλα, κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω. Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα, ό,τι κανένας δεν εγκρίνει το εγκρίνω Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα, μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα: “καλά τους κάνουν -για του έθνους την ομόνοια!” Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές κι ήθελα να φωνάξω “σταματήστε!” Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές, μ’άκουσα να φωνάζω: “Ζήτω!Προχωρήστε!” Δε μου αρέσει η φτήνια και η κακομοιριά Γι’αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου. Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά ταιριάζει, βέβαια-το ξέρω-κι η έγκρισή μου

  • Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας

    Όποιος σπίτι μένει σαν αρχίζει ο αγώνας κι αφήνει άλλους ν' αγωνιστούν για τη υπόθεσή του πρέπει προετοιμασμένος να ' ναι : γιατί όποιος δεν έχει τον αγώνα μοιραστεί Θα μοιραστεί την ήττα . Ούτε μια φορά δεν αποφεύγει τον αγώνα αυτός που θέλει τον αγώνα ν' αποφύγει : γιατί θ' αγωνιστεί για την υπόθεση του εχτρού όποιος για τη δικιά του υπόθεση δεν έχει αγωνιστεί .
  • εγκώμιο στον κομμουνισμό – μπέρτολτ μπρέχτ

    Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρωμεροί τον λένε βρωμερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρωμιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει.
  • οι δικαστές

    Να οι κύριοι δικαστές τους λέμε οι καταπιεστές πως δίκαιο είναι τον λαό τι συμφέρει μα αυτοί δεν ξέρουν ποιο είναι αυτό κι έτσι δικάζουν στο σωρό μέχρι να βάλουν το λαό ολόκληρο στο χέρι
  • ———–

    Εχουνε νομικά βιβλία και διατάγματα Εχουνε φυλακές και οχυρώσεις Εχουνε δεσμοφύλακες και δικαστές Που παίρνουνε πολλά λεφτά κι έτοιμοι για όλα είναι. Μπ. Μπρεχτ
  • ———————

    "Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους, δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα, γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής. Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους, ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος. Όταν ο Χίτλερ φυλάκιζε ομοφυλόφιλους δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ομοφυλόφιλος Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό, δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός. Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου"
  • ========================

    Λες: Πολύ καιρό αγωνίστηκες. Δεν μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς. Άκου λοιπόν: Είτε φταις είτε όχι: Σαν δε μπορείς άλλο να παλέψεις, θα πεθάνεις. Λες: Πολύ καιρό έλπιζες. Δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις. Έλπιζες τi; Πως ο αγώνας θαν’ εύκολος; Δεν είν’ έτσι. Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες. Είναι τέτοια που: Αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο Δεν έχουμε ελπίδα. Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει Θα χαθούμε. Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε. Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του. Οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση. Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.
  • Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους

    Αυτοί που βρίσκονται ψηλά θεωρούν ταπεινό να μιλάς για το φαΐ. Ο λόγος; έχουνε κιόλας φάει. Αν δε νοιαστούν οι ταπεινοί γι' αυτό που είναι ταπεινό ποτέ δεν θα υψωθούν. Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θά 'ρθουν.
  • che

    Πιστεύω στην ένοπλη πάλη σαν μοναδική λύση για τους λαούς που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή τους και είμαι συνεπής με τις πεποιθήσεις μου. Πολλοί θα με πουν τυχοδιώκτη και είμαι, μόνο που είμαι άλλου είδους τυχοδιώκτης, ένας από εκείνους που προβάλλουν τα στήθη τους για να αποδείξουν τις αλήθειες τους.

  • Αξίζει για ένα όνειρο να ζεις, κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει
  • pablo neruda

    όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει. όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές. όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή. όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής. Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.

  • από το Canto general

    Μπορεί να κόψουν όλα τα λουλούδια, αλλά δεν θα γίνουν ποτέ αφέντες της Άνοιξης
  • κ. καβάφης

    Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
  • κωστής παλαμάς

    Και τους τρέμουνε των κάμπων οι κιοτήδες και μ’ ονόματα τους κράζουν πονηρά κλέφτες κι απελάτες και προδότες. Τους μισούν οι βασιλιάδες κι όλοι οι τύραννοι κι είναι μέσα στους σκυφτούς τα παλληκάρια κι είναι μες στους κοιμισμένους οι στρατιώτες…” Κ . Παλαμάς στο Δωδεκάλογο του Γύφτου.
  • διαμοιρασμός του blog

    Bookmark and Share
  • διαχείριση

  • on line επισκέπτες

  • ημερολόγιο άρθρων

    Αύγουστος 2012
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    « Ιολ.   Σεπτ. »
     12345
    6789101112
    13141516171819
    20212223242526
    2728293031  
  • Εγγραφή

ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ Φωνή συγκλονιστική και ασυμβίβαστη

Posted by redship στο 29 Αυγούστου , 2012


 

Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

 

 

Αυθεντική, ασυμβίβαστη, φωνή – σύμβολο του λαϊκού μας τραγουδιού, είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς, που συνοδεύουν το όνομα της Σωτηρίας Μπέλλου. Της τραγουδίστριας που για μισόν αιώνα «κεντούσε» μέσα από το τραγούδι της τα βάσανα, τους καημούς, τα «θέλω» των απλών ανθρώπων του μόχθου, που έδωσε φτερά σε πολλά τραγούδια, κάνοντάς τα αναπόσπαστο κομμάτι της λαϊκής ψυχής. Η φωνή της – δίχως τσαλίμια και μπιχλιμπίδια – ήταν ηρωική, καθαρή, ανόθευτη, αληθινή. Οπως και ο χαρακτήρας της. Οι δυνατές, συγκλονιστικές, μοναδικές ερμηνείες της δεν περιορίστηκαν στο να ψυχαγωγήσουν, αλλά κατάφεραν να συνεπάρουν, αγγίζοντας πολύ συχνά ευρύτερες κοινωνικές καταστάσεις. Γι’ αυτό και η Σωτηρίατων αθάνατων λαϊκών τραγουδιών θα βρίσκεται πάντα στις καρδιές μας. Η μοναδικότητα της φωνής της, η απαράμιλλη ερμηνευτική της κατάθεση την έχουν κατατάξει στον κατάλογο εκείνων, που μόχθησαν, θυσίασαν, πρόσφεραν στην εξέλιξη της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού.

«Με μάγευαν εκείνοι οι ήχοι…»

Στη ζωή ήρθε πριν 90 χρόνια, 29 Αυγούστου του 1921 – κι Αύγουστος ήταν όταν «έφυγε» για το τελευταίο «ταξίδι» (27/8/1997), χτυπημένη από τον καρκίνο. Η ανθρώπινη περιπέτειά της κάθε άλλο παρά ήταν εύκολη. Το αντίθετο. Το ασυμβίβαστο πνεύμα της δεν ανεχόταν κανενός είδους συμβάσεις. Αντιδρούσε στο κατεστημένο, πληρώνοντας κάθε τίμημα. Ατομο φλεγόμενο η ίδια και η ζωή της ένας διαρκής αγώνας: για την επιβίωση, τα «πιστεύω», τις επιλογές της.

Γεννημένη στα Χάλια Χαλκίδας, μέχρι τα εφτά της χρόνια, μεγάλωσε με τη γιαγιά και τον παππού της, τον παπα – Σωτήρη, που την έπαιρνε πάντα μαζί του στην εκκλησία. «Με μάγευαν από παιδί – έλεγε – εκείνοι οι ήχοι. Οι φωνές των ψαλτάδων ακουμπούσαν μέσα στην ψυχή μου. Δεν καταλάβαινα γιατί, αλλά μου άρεσε πολύ. Τους κοίταγα σχεδόν με ανοιχτό το στόμα που έψελναν. Οταν θα μεγάλωνα λίγο, σκεφτόμουν, θα μπορούσα κι εγώ να ψέλνω. Αργότερα, με πήρε ο μακαρίτης ο πατέρας μου και με πήγε στον κινηματογράφο να δω ένα έργο, την «Προσφυγοπούλα», που έπαιζε η μεγάλη Βέμπο. Τι ήταν να δω την Βέμπο, ξετρελάθηκα μαζί της και με τη μανία που είχα για τα τραγούδια, δε σταμάταγα όλη μέρα να τραγουδάω όλα τα τραγούδια της Βέμπο. Είχαμε στο σπίτι ένα μεγάλο καθρέφτη, από την προίκα της μητέρας μου, και στο δωμάτιο πήγαινα συνέχεια στον καθρέφτη κι έπαιρνα πόζες, τραγούδαγα, έκανα τα σχέδια της Βέμπο. Η μητέρα μου η μακαρίτισσα μ’ έδερνε κάθε μέρα. «Τι είναι αυτά; Τραγουδίστρια θα σε κάνουμε;», μου έλεγε αυστηρά. «Ναι. Θα γίνω τραγουδίστρια»».

Και έγινε, έστω κι αν χρειάστηκε να περάσει διά πυρός και σιδήρου. Από τα 16 της χρόνια, δείχνει τα πολιτικά «πιστεύω» της. Οι συναναστροφές της με αριστερούς, η αντίδρασή της στο κατεστημένο και σε υποδείξεις των δικών της, αλλά και της μικρής κοινωνίας της Χαλκίδας, «οργάνωναν» τη μελλοντική αριστερή της συνείδηση.

«Πέρασα πολλά…»

Μια μέρα μετά την κήρυξη του πολέμου (29/10/40) θα βρεθεί στην Αθήνα, αντιμετωπίζοντας προβλήματα επιβίωσης. Αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές… Οι πολιτικές της πεποιθήσεις την οδηγούν να διακινεί κρυφά τον «Ριζοσπάστη». Παράλληλα, παίζει κιθάρα και τραγουδά σε ταβέρνες. Συλλαμβάνεται, γιατί έκλεψε μια κουραμάνα από ένα γερμανικό αυτοκίνητο. Αργότερα συμμετέχει στα Δεκεμβριανά και τραυματισμένη στο χέρι ξανασυλλαμβάνεται. Αποφυλακίζεται μέσω του «Ερυθρού Σταυρού». Σε μια από τις τελευταίες της συνεντεύξεις στον «Ριζοσπάστη» (27/2/94), θυμόταν: «Και «Ριζοσπάστη» διακινούσα… Ημουν, είμαι και θα είμαι αριστερή. Το λέω και το φωνάζω… Πέρασα πολλά. Και ξύλο και φυλακές». Μετά την Απελευθέρωση κι αφού έχει γνωρίσει την αγριότητα και τις εμφυλιοπολεμικές διώξεις, γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ηχογραφούν μαζί δύο τραγούδια (τα πρώτα της), «Οταν πίνεις στην ταβέρνα» και «Το παιδί που είχες φίλο». Η επιτυχία μεγάλη, την καθιερώνει ως λαϊκή τραγουδίστρια. Το ’48, η Σ. Μπέλλου βρίσκεται στου «Τζίμη του Χοντρού», στην Αχαρνών, δίπλα στον Τσιτσάνη. Μαζί τους και οι Περιστέρης, Κασιμάτης, Κερομύτης, Στέλιος, Ρούκουνας, Τουρκάκης. Η άρνησή της να ανταποκριθεί σε μια παραγγελιά και να πει το «βασιλικό τραγούδι, όπως τότε το έλεγαν οι χίτες», «Του αϊτού ο γιος», έχει ως αποτέλεσμα τον ξυλοδαρμό της και την αποχώρησή της από την ταβέρνα. Ποτέ δεν ξέχασε ότι κανείς από τους άντρες συναδέλφους της δε σηκώθηκε να την υπερασπιστεί.

Από την κορυφή στον αγώνα της επιβίωσης

Μετά τη φυγή της από του «Τζίμη του Χοντρού» πηγαίνει στου «Παναγάκη», στην οδό Αλκαμένους, με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Εκεί τους συναντά ο νεαρός τότε Μάνος Χατζιδάκις και τους ζητά να εμφανιστούν στο «Μουσούρη», όπου αποθεώνονται. Τα χρόνια ακμής του κλασικού λαϊκού τραγουδιού τη βρίσκουν στο ζενίθ της καριέρας της. Ολα τα μαγαζιά τη ζητάνε. Περιζήτητη είναι και στη δισκογραφία. Ηχογραφεί σε πρώτη εκτέλεση πολλά τραγούδια των Τσιτσάνη, Χιώτη, Παπαϊωάννου, Μητσάκη, Απόστολου Χατζηχρήστου, Καλδάρα, Καπλάνη κ.ά. Ανάμεσά τους τα «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Ανοιξε γιατί δεν αντέχω», «Κάτω απ’ το σβηστό φανάρι», «Είπα να σβήσω τα παλιά», «Σαν απόκληρος γυρίζω» κ.ά.

Με την παρακμή του κλασικού λαϊκού τραγουδιού (αρχή δεκαετίας ’60), η καριέρα της γνωρίζει κάμψη. Ακολουθεί το περιθώριο και ο αγώνας της επιβίωσης. Ο αλκοολισμός, η ανεργία, η φτώχεια την οδηγούν σε ψυχιατρική κλινική. Μόλις στάθηκε στα πόδια της, μετά τη νοσηλεία της, προσπαθεί να επιβιώσει κάνοντας διάφορες δουλιές. Από κεριά στις εκκλησίες μέχρι πλύσιμο πιάτων σε ταβερνάκια στο Περιστέρι για ένα πιάτο φαγητό. «Ολοι εμείς – έλεγε – που αγωνιστήκαμε για το γνήσιο λαϊκό τραγούδι, που περάσαμε τόσα για να το κάνουμε μεγάλο, αρχίσαμε να μπαίνουμε στο περιθώριο. Αρχισε το σαμποτάζ. Ηθελαν να μας βγάλουν όλους σιγά σιγά από τη μέση. Εμένα με είχαν πάντα στο μάτι, γιατί εγώ δεν τους υπολόγιζα, τους έμπαινα άσχημα. Δε σήκωνα πολλές κουβέντες. Ομως, την πλήρωσα την μπόρα πρώτη και καλύτερη. Αλλά δε βαριέσαι. Είχα πείσμα…». Στη δουλειά ξαναβγαίνει το ’63. Θα ακολουθήσει η επανεμφάνισή της στη δισκογραφία και η ιστορική συνεργασία της με τον Τσιτσάνη, από το 1973 στο «Χάραμα». «Εκεί για δέκα χρόνια γινόταν πανζουρλισμός», έλεγε.

«Ο,τι έχω πει είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή»

Ανεπανάληπτες είναι οι ερμηνείες της Σωτηρίας Μπέλλου και στο χώρο του έντεχνου τραγουδιού. Εχοντας στο ενεργητικό της τραγούδια των Παπαϊωάννου, Χιώτη, Μητσάκη, Καπλάνη, Γαβριήλ, Τσιτσάνη, Καλδάρα, Χατζηχρήστου, Περιστέρη, Ροβερτάκη, Κολοκοτρώνη, Μπακάλη, Μπαγιαντέρα, Βασιλειάδη, δε δίστασε να καταθέσει, με εξαιρετική επιτυχία, τη λιτή, δωρική φωνή της σε δημιουργίες των Σταύρου Ξαρχάκου, Διονύση Σαββόπουλου, Δήμου Μούτση, Ηλία Ανδριόπουλου, Δημήτρη Λάγιου, Αργύρη Κουνάδη, Βασίλη Δημητρίου. Η εμβληματική φωνή της που σφράγισε λαϊκά τραγούδια όπως «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Οταν πίνεις στην ταβέρνα», «Κάνε λιγάκι υπομονή» (Τσιτσάνη), «Γύρνα στη ζωή την πρώτη», «Κάνε κουράγιο καρδιά μου» (Παπαϊωάννου), «Ο ναύτης», «Το σβηστό φανάρι» (Μητσάκη), «Είπα να σβήσω τα παλιά» (Καλδάρα), «Ανοιξε, άνοιξε» (Παπαϊωάννου), έδωσε φτερά σε νεότερες δημιουργίες των Μούτση («Το φράγμα»), Σαββόπουλου («Το βαρύ ζεϊμπέκικο»), Ανδριόπουλου («Λαϊκά προάστια»), Κουνάδη («Δεν περισσεύει υπομονή»), Λάγιου («Αη Λαός»).

«Ο,τι έχω πει», έλεγε σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη» (6/12/87), «είναι βγαλμένο απ’ τη ζωή. Κράτησα μια ποιότητα, γιατί για να πω ένα τραγούδι κάθομαι και το μελετώ. Το διαβάζω, το ξαναδιαβάζω, να δω την έννοιά του, πού καταλήγει… Γιατί πώς αλλιώς θα επιλέξω… Αντε, επειδή μας έφεραν ένα τραγούδι θα το πούμε… Υστερα, όλα τα τραγούδια που ‘χω πει τα ‘χω αγαπήσει. Ορισμένα τα ‘χω αγαπήσει πιο πολύ, όπως κι ο κόσμος. Είναι δεμένα μαζί μου. Εχω ένα που το ‘χει γράψει ο Τσιτσάνης: «Ποια καρδιά δε θα ραΐσει». Αυτό το τραγούδι κάτι μου λέει. `Η το «Η κοινωνία μ’ έχει αδικήσει», το «Σταμάτησε μανούλα μου». Ολα τα τραγούδια τα ένιωθα όταν τα έλεγα. Ολα είναι βγαλμένα από μέσα μου».

 

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: